О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ), Ποιήματα

o

Τίποτα δε ‘ναι πιο γλυκό
Από το πρόσωπό σου,
Κατάλευκο και ξέξασπρο
Το χέρι σου είναι,
Κι εσύ από τον κόσμο
φεύγεις μακριά
Κι ύπαρξή σου ολάκερη
Γέννημα  μοίρας είναι.

Της μοίρας
Είν’ η θλίψη σου
Και τα ζεστά σου χέρια,
Η ήρεμη φωνή
Των θαρραλέων λόγων σου,
Και των ματιών σου
Το μακρινό το βάθος

***

Η Αμερικάνα

Αμερικάνα, είκοσι χρονών,
Στην Αίγυπτο να φτάσει θέλει,
Του «Τιτανικού» το πάθημα λησμόνησε,
Οτι ο ύπνος στο βυθό πιο σκοτεινός κι από τάφο είναι.

Σειρήνες της Αμερικής ηχούν
Κόκκινων ουρανοξυστών, σάλπιγγες αντιλαλούν.
Σύννεφα ψυχρά σκεπάζουν
Τα καπνισμένα χείλη σου.

Σα λεύκα λυγερή τ’ ωκεανού η κόρη
Στο Λούβρο στέκεται –
Πετώντας από την Ακρόπολη ένας σκίουρος
Ερχεται το κατάλευκο μάρμαρο να κομματιάσει

Τον «Φάουστ» στο βαγόνι ξεφυλλίζει
Μα δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει
Η θλίψη την ψυχή της πλημμυρίζει
Που ο εραστής της το θρόνο του θρηνεί.

***

Δίπλα στη φλόγα του κεριού
Γλυκά αναλογιέσαι
Την πρωτόγνωρη αυτή ελευθερία.

– Μαζί μου να ‘σαι από την αρχή,

Η πίστη μέσ’ τη νυχτιά θρηνούσε.

– Το στέμμα μου στεφάνι
Στο κεφάλι σου θα βάλω
Και με αγάπη η λεφτεριά
Θα σου υποταχθεί
Σα να ‘σουν νόμος.

Ο νόμος με εδίκασε
Ελεύθερος να είμαι
Τούτο το στέμμα τ’ αλαφρύ
Ποτέ μου να μην βγάλω

Στο διάστημα χαμένοι
Σε θάνατο δικασμένοι
Την πίστη και την όμορφη αιωνιότητα
Για πάντα θα πενθούμε.

***

Να μην μιλήσεις σε κανένα
Για όλα αυτά που είδες,
Για το πουλί, για τη γριά
Τη φυλακή ή ό,τι άλλο

Μόλις, σα ξημερώσει,
Τα χείλη θα σφραγίσεις
Η πρωινή δροσιά σα ρίγος
Απ’ το κορμί σου θα διαβεί

Θα θυμηθεί στην εξοχή τη σφήκα
Την κασετίνα σου την παιδική
Ή μεσ’ το δάσος το μυρτίλι
Που δεν το μάζεψες ποτέ

***

Τυφλίδα

Χάθηκα μεσ’ τον ουρανό…
Δεν ξέρω τι να κάνω;
Εκείνος που γνωρίζει
Απάντηση ας δώσει.
Πιο εύκολο όμως θα ‘ταν
Του Δάντη τους εννιά
Δίσκους αθλητικούς να σημάνει.

Στον ύπνο μου βλέπω τη ζωή
Μην με χωρίζετε απ’ αυτήν.
Ο θάνατος μαζί με χάδια πάει
Στα μάτια, στις κόρες και στ’ αυτιά
Η θλίψη της Φλωρεντίας θα χτυπάει.

Στο ουίσκι μην μου βάζετε
Δάφνη ηδύποτη να πιω –
Μόλις ο ήχος γαλανός σημάνει
Κάλλιο να ξεριζώσετε την καρδιά μου.

Και σαν πεθάνω, έχοντας
Τους ζωντανούς υπηρετήσει
Ας ακουστεί ψηλά, πλατιά, στον ουρανό,
Φίλε συνοδοιπόρε,
Στο στήθος μου το κάλεσμα του.

***

Ω, πώς θα ήθελα –
Δίχως κανείς να καταλάβει –
Ν’ ακολουθήσω την αχτίδα
Να πάω εκεί όπου δεν είμαι.

Εσύ να ακτινοβολείς –
Η ευτυχία μου θα ‘ναι
Στ’ άστρα να δείχνεις
Φως τι θα πει.

Σε ποθώ
Να ψιθυρίσω θέλω
Στην αχτίδα
Εσένα θέλω, σε ποθώ.

Εκείνος είναι μόνο αχτίδα
Εκείνος είναι μόνο φως
Να ψιθυρίζει ξέρει μόνο
και να ζεσταίνει με αυτό.

*Από το http://www.poema.gr
**Η πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: http://waxtablets.blogspot.com.au/2015/04/blog-post_5.html

a-a-a-4-osip-mandelstam-poems

Leave a comment