Πάει κι αυτό το φθινόπωρο. Ένα σύννεφο
κι ένα πουλί μεγαλύτερος.
***
Άσπρισαν τα μαλλιά τους, χρειάζονται μπαστούνια πια.
Πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο, οικογενειακώς.
***
Ανήμερα του Βούδα, οι προσευχές τρίζουν στα γέρικα χέρια.
***
Σήμερα – μέρα των ψυχών – βρήκες να σκεφτείς
πως δεν αξίζει τίποτε η ζωή σου;
***
Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι
στη σκόνη αυτός ο μοναχός!
***
Λυσσομανούσε παγωνιά το φθινόπωρο
όλη νύχτα πίσω από τα βουνά.
***
Μπλε το πέλαγος, βαθύ, φουρτουνιασμένο.
Το φεγγάρι κουτσοπίνει το κρασί του με το κύμα.
***
Νυχτώνει. Οι μοναχοί στηρίζουν τα χέρια τους στα γόνατα
κι ανατέλλουν ξυρισμένα κεφάλια.
***
Αργά ή γρήγορα, πίσω απ’ αυτή την πόρτα που σκέπασαν τα χόρτα,
μια νέα γενιά θα μεγαλώνει κούκλες.
*Μετάφραση – Επίλογος: Γιώργος Μπλάνας
