ΑΝ ΗΞΕΡΕ…
( «Ζε σουί λ’ εγγονό ντ’ Εγγονό»
λέει ο Μπασιάκος ).
Ο Εγγονόπουλος
λέω,
αν ήξερε πως πήρε στο λαιμό του
τον φερέλπιδα νέο φαρμακοποιό (ή κάτι τέτοιο)
που οι δόλιοι γέροι μου περίμεναν να με καμαρώσουν
ίσως τότες
δεν θα έγραφε την κοτσάνα ετούτη –
πως λίγη δώσαν και δίνουν σημασία στα ποιήματά του.
—
ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ…
Ουδεμία σχέση!
Εγώ είμαι ο ποιητής Μπασιάκος.
Κι’ από ’δώ, η κυρία γροθιά μου.
Συνεννοηθήκαμε πιστεύω.
—
ΡΑΚΙ
(στον Σταμπάκη)
Μ’ αρέσει να τα πίνω με τους σουρρεαλιστές
Είναι γερά ποτίρια
Εντελώς ρώσσοι
Αυτοί άμα πίνουν πίνουν για να μεθύσουν όχι μισές δουλειές
Αυτοί έκαναν την μία από τις δύο μεγάλες επαναστάσεις
του εικοστού αιώνα.
Ο Μπασιάκ ο μάγκας (χαίρετε!)
τους βγάζει το φρανσουά βιγιονικό του καπέλο.
—
ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ, ΞΑΝΑ (ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ)
Παραείμαι ίσως αψύς ως χαρακτήρας.
Η κουστουμιά του ποιητή
απάνω μου – σκέτη παραφωνία.
Καλά τα λέει ο Κρεμμύδας
στο προ-προτελευταίο τεύχος του «Μανδραγόρα».
Τους στίχους μου σκορπάω εδώ κι’ εκεί, στα καπηλειά
στον άνεμο
σ’ επιθεωρήσεις τέχνης
Κι’ ούτε που με νοιάζει κιόλας.
Είμαι ευχαριστημένος.
Απόψε φουμάρω μια καβαλίνα τρυφερή, ωραιότατη
κι’ απολαμβάνω αλύπητα το ηλιοβασίλεμα.
Μά την παναγία,
αυτή τη γη των προλετάριων πολύ την αγάπησα!
Εδώ λέω ν’ αφίσω τ’ αλήτικα κόκαλά μου!
—
AUCASSIN ET NICOLETTE MMXIV
Στην κόλαση μου πρέπει εμένα:
με τους μαχαιροβγάλτες
τους γλεντζέδες
και τις σουρλουλούδες,
με τους μουσικούς
και όλα τα καλά παιδιά –
να έχω όμως κι’ εσέ μαζί μου
(ω ακριβή μου φίλη!)
Ο παράδεισος:
μά το στραβό το μάτι μου, τί πλήξη!
Μαζί σου,
ας είναι, έρχομαι και στον παράδεισο! Να ’ρθώ!
(Κάλλιο όμως στην κόλαση).
—–
*Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Φαρφουλάς”.
Όπως λέει ο ποιητης, το τελευταίο κομμάτι είναι βεβαίως από μνήμης κι’ ίσως κομμάτι αυθαίρετη αντιγραφή της ερωτικής εξομολόγησης του ήρωα προς την ηρωίδα του ομώνυμου μεσαιωνικού ρομάντσου).
