Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο πού μείνε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.
Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυριον επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.
Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ΄εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ’ είν’ ο πόνος τους ατελείωτος.
Ούτ’ ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.
`
***
[6 μ.μ.]
Θα βγούνε.
Πάντα σίγουρα.
Όλες οι μάχες σταματάνε.
Λευτερωμενες ξεπετιώνται,
κάθε μια, αφόβιστες, κι αρχίζουν να μιλάνε.
Είν’ οι ψυχές του δειλινού.
Και λίγο ανάβουνε στο φούντωμα του γέλιου.
Στου πόνου το καμίνι.
Κοντά τους όλοι οι πεθαμοί.
*«Στου γλιτωμού το χάζι». Πρώτη έκδοση Παρίσι, 1930, Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005.

Reblogged this on Manolis.