Στρατής Πασχάλης, Επαύλεις

b_22551_or__fotopoilos_(2)

‘Ο κήπος πού άρχιζε μέ επιτήδευση
καί τέλειωνε σέ περιβόλι
ελεύθερο μά φροντισμένο
ένώνονταν σέ μία σύζευξη αρμονική
μέ τ’ δλο τοπίο των έλαιώνων
της λυγαριάς καί των σχίνων
ανάλαφρος μακάριος καί ειρηνικός: Στήν άρχή
άλέες σχήματα γύρω άπό σιντριβάνια
μεγάλες γλάστρες αρχαιοπρεπείς
μέ ιβίσκους καί γεράνια
στά μάρμαρα τά περιστέρια
πέρα ψηλά οί βραγιές καί τά σύδεντρα
κάπου κάπου μιά γάτα εξαίσια
τό σπίτι σχεδόν σβησμένο
στή ζέστη του καλοκαιριού.

Άλλ’ όμως μέσα
μόλις περνούσες τό κατώφλι
στό δροσερό σκοτάδι άλλη πανίδα καί χλωρίδα
τεχνητή
άγριας νύχτας: Απέναντι σκιά πυκνή σάν άπό ΰλη
πουλιά νεκρά πού κρέμονται καί δράκοντες άναπαυμένοι
δρυμός βαρύς πού άναρριχάται κισσός
ξυλόγλυπτος δλο απειλές· ένας μπουφές.
Μέσα στόν πάγο τού καθρέφτη
χειμερινά ξερόκλαδα· πτυχώσεις.
Κι ή οροφή συννεφιασμένη.
Βαθιά ο καναπές στό έρεβος
—ή ράχη έπιανε τά μισά τού τοίχου σέ ύψος—
τόν έστεφε μιά σκέτη κεφαλή έλαφιοΰ
βαρύτιμη καί απαθής (μισοφαινόταν)
ένώ στήν αγκαλιά του όγκος κρεάτων
μές σέ βελούδα περιδέραια φτερά βεντάλιας
καί μαξιλάρια σκοτεινά κουφάρι
ενός θηρίου- ή σωριασμένη δέσποινα…

Κι αυτοί οί δύο κόσμοι συνυπήρχαν
ο ένας κλειστός μέσα στόν άλλο
σάν σάρκα υπερώριμη άγουρου φρούτου.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984, σελ.27-28.

Leave a comment