Coriolano Golzalez Montanez, Ποιήματα

images

Η φωτογραφία δείχνει την εικόνα
ενός νεαρού άντρα που κρατά ένα μωρό
λίγων μηνών
και δίπλα σ’ αυτούς μια γυναίκα
που είναι μητέρα και γιαγιά.
Είναι κοντά σε ένα παράθυρο που βλέπει στο δρόμο
και μια μεγάλη φωτοβολίδα  διασταυρώνει το στιγμιότυπο
σε διαγώνιο φθίνουσα απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά.
Το άσπρο και μαύρο της φωτογραφίας
τονίζει τη φωτεινότητα.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει
τον αυθορμητισμό της στιγμής:
ο νεαρός άντρας έχει τη ζώνη ξεκούμπωτη.

Έχω αναμνήσεις καθημερινές από αυτόν τον άντρα.
Τελευταία με κατατρέχουν
εκείνες στις οποίες ξυριζόταν.
Θυμάμαι το ξυρισμένο πρόσωπο του νεαρού άντρα,
του ώριμου άντρα, του άντρα στο σημείο του θανάτου,
αν και αυτό δεν το ήξερε κανείς.
Θυμάμαι τις χνουδωτές τρίχες
που αντιστέκονταν στο ξυράφι.
Θυμάμαι ακόμα όταν με ξύρισε
για πρώτη φορά στα δώδεκά μου χρόνια.
Αλλά με τον ίδιο τρόπο που αυτές οι αναμνήσεις
με κατατρέχουν, το κάνει επίσης κι η αμφιβολία,
η οξεία αμφιβολία πως στην πραγματικότητα
δεν μένουν αναμνήσεις
αλλά εικόνες άλλων φωτογραφιών
που αντικαθιστούν το κενό πια όχι μόνο στο νου
αλλά και στα συναισθήματα.

Πραγματικά αγαπάμε εκείνο
και εκείνους  που έχουν φύγει;
Δεν θα κατοικίσουν αυτές οι συγκινήσεις στα χαρτιά,
στις φωτογραφίες, στην ύστατη ανάγκη του να μην αναγνωριστεί
πως μόνο στην αμεσότητα υπάρχει αγάπη και μίσος;
Θα είναι ο θάνατος όχι μόνο μια λέξη
αλλά μια ψυχική κατάσταση που μας συνοδεύει
γιατί όλοι οι καθημερινοί θάνατοι
μας οδηγούν στο τέλος και στην εγκράτεια;

Το σπίτι πια δεν υπάρχει.
Πάνε πολλά χρόνια που δεν υπάρχει παράθυρο
για να εισχωρήσει το φως
και, γι’ αυτό, ούτε η πιθανότητα
να το φανερώσω σε μια προσπάθεια
αναβίωσης φωτογραφίας και παρελθόντος.
Το σπίτι κατεδαφίστηκε για να κτιστεί άλλο
που πήρε τις αναμνήσεις του, τις σκιές του.

Τίποτα δεν απομένει πια
αλλά το φως όταν διαπερνά τα τζάμια…

*Από το βιβλίο Η άλλη ακτή (Τετράδια του Γκιγιέρμο Φόντες), Santa Cruz de Tenerife, Εκδ. Baile del Sol, 2008.

Ο ΤΖΙΜΙ ΧΕΝΤΡΙΞ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥΝΤΙΓΙΑ

Στην άμμο, μέσω των ακουστικών,
ακούω τον Τζίμι Χέντριξ στο Γούντστοκ.
Στο βάθος η καταλαγιασμένη διάδοση των κυμάτων.
Έχει πανσέληνο και η παλίρροια είναι μεγάλη.
Σιγά σιγά φέρνει την άμμο
που η θάλασσα του χειμώνα σήκωσε.
Τα βότσαλα εξαφανίζονται˙
μία νέα παραλία, ένα νέο τοπίο.
Αφαιρούμαι στον καθαρό ορίζοντα.
Ο ήλιος πέφτει. Ίσως η πράσινη ακτίνα.
Τα παιδιά μου μες στο νερό, πάνω σε ένα στρώμα θαλάσσης,
επίσης παρατηρούν και αναμένουν.
Την τελευταία στιγμή ένα σύννεφο
εμποδίζει το φαινόμενο.
Τα παιδιά βγαίνουν τρέμοντας
και σκεπάζονται με την πετσέτα.
Αύριο.
Hear my train a’comin.

*Από το βιβλίο Κείμενα της Εξορίας. Ανέκδοτο.

**Ο Κοριολάνο Γκονθάλεθ Μοντανιέθ (γεν. Σάντα Κρουζ, Τενερίφη, 1965), έχει σπουδάσει Ισπανική Φιλολογία. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία ποίησης και έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες σύγχρονης ποίησης των Κανάριων Νησιών, ποίησης σχετιζόμενης με το ιαπωνικό είδος χαϊκού καθώς επίσης και ποίησης μεταφρασμένης στα ρουμάνικα. Ως κριτικός έχει δημοσιεύσει σχετικά με τον Eugenio Millet Rodríguez. Έχει μεταφράσει από τα ρουμάνικα το  «el camino hacia Tenerife (drumul spre tenerife)», βιβλίο του Eugen Dorcescu.  Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ρουμάνικα, στα γαλικιανά και στα αμασίκ. Διαθέτει προσωπικό ιστολόγιο στο http://coriolanogonzalez.blogspot.com/

***Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε επιμέλεια και μετάφραση Άτης Σολέρτη.

Leave a comment