αργά το μετάνιωσα συνένοχο κάθαρμα
κι εγώ – δεν αισθάνομαι λύπη – πανικός
με σκέπασε με ματωμένη φανέλα – ποιος
θεός μπορεί να υπερισχύσει των αθώων;
χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω με όλη μου
τη ψυχή – ακέφαλε δολοφόνε σε ξένο χώμα
με στολή σταυροφόρου – σε ποιας μανούλας
τα μάγουλα ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα
και πότε επιτέλους θα βρεις λίγο κουράγιο
να ζητήσεις συγγνώμη; – αυτήκοος μάρτυρας
αιματηρής επίθεσης – μνημείο ντροπής
ανθρώπινης κακίας που ευλογήθηκε
μου λένε πως είμαστε φτιαγμένοι γι αυτό
για κατορθώματα που προκαλούν θάνατο
σε ένα εύφλεκτο παράδεισο η πύλη στενή
το πνεύμα μου δύσκαμπτο – βάρυνα από
τύψεις με την εικόνα των θυμάτων σε στεριά
και θάλασσα – και ο πιο μεγάλος θάνατος
η πάση θυσία εκδίκηση που δεν βγάζει νόημα
μικρές και μεγάλες απώλειες χωρίς όνομα
χωρίς επώνυμο ακολουθούν τους κενούς
λυγμούς μου καιρό τώρα – τι κουβέντες
περιμένεις να ακούσεις φουρνέλο να σκάει
απ΄το στόμα μου ένα λυπημένο πρωινό;
το σχοινί κρέμεται μπροστά στη σκάλα
στους δρόμους σε ήθελα ανάσα μου – εκεί
να ζήσεις – να γυμνωθείς σε οδοφράγματα
με άσπρα λουλούδια στα χέρια – να θυμάσαι
πότε πότε πως είσαι ακόμα άνθρωπος – όχι να
γράφεις στοίβα από ποιήματα – να κλαίνε
τα μάτια σου από συνήθεια – διχοτομημένος
ανάμεσα στο σωστό και το άδικο του κόσμου
που άταφος έχει νικηθεί προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης – πληρώνω με το χάος και
ρωτάω – ας μην υπάρχει κανείς να με ακούσει
– αφού δεν υπάρχει ζωή πριν το θάνατο πως
υπάρχει μεταθανάτιος ζωή; – και αν υπάρχει
ας μη μοιάζει ούτε κατ΄ ελάχιστον με αυτή
που ζούμε
