ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.
Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά
—
Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις
—
*
—
Ίσως
εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος
μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής
αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού
-ξέρετε-
ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
—
όπως τους έραβε ο Θεός
ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
—
εάν ερχότανε
και κοίταζε
—
από το μάτι της βελόνας που σας έλεγα
—
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα
Θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
—
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;
—-
—-
Δεν έχω φυσικά καμιάν απάντηση
—
σηκώνω το λοιπόν στους ώμους μου όπως όλοι σας
μ’ εκείνο το παλιό
κουσούρι μου της Άνοιξης
ακόμα δεν ξεμπέρδεψα
κι αφήνω να μου βόσκουν το λαιμό
κάτι σημάδια κόκκινα
δεν είναι φευ από φιλιά
—
την λένε πνιγμοσύνη τη λεγάμενη
—
αλλά δεν είναι η ποίηση που βάζει τη θηλιά
—
αλλά
κλωτσάει το σκαμνί
—
*
—
Γιατί η ποίηση
-ψιτ μεγάλε-
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
-ψιτ μεγάλε-
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –
Αν το νοείς αυτό
έχει καλώς
αλλιώς
Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται
—
*
—
Πού να’ σαι τώρα βρε Βλαδίμηρε
Τώρα που και τα δυο μας νόμπελ έγιναν συμπληγάδες
Κανείς δεν αρμενίζει πια για τ’ άρμενα
Κανείς για το γαλάζιο
μονάχο του συχνάζει στα μεγάλα υψόμετρα
και στις παλιές αγάπες
—
*
—
Η Δώρα
Η Κωνσταντίνα
Η Ευανθία
Όποτε αλλάζω το πλευρό στον ύπνο μου
μου ξεκουρδίζουν σιωπηλά το ζώδιο
μέχρι να γίνει το ποτέ
το τυχερό μας νούμερο
– τι ρώσικη ρουλέτα Παναγία μου –
εσύ γνωρίζεις απ’ αυτά Βλαδίμηρε
έγινε
έγινε στην Οντέσσα
—
εδώ να δεις τι γίνεται
—
*
—
Εδώ
—
τhe evil eye is working overtime
—
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια -για το τίποτε- κρυψώνα
-Τι άλλο θέλεις να σου πω-
εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα
μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα
—
*
—
Είναι που να τρελαίνεται κανείς
Όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα
Το αίμα σου κλωστή –κλωστή
Οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε
Τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ
Δεν είναι παραμύθι αυτό
—
Είναι
—
μονάχα το κουφάρι του
—
*
—
Η τραγωδία του τόπου μου
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς
Όλοι οι υπόλοιποι – ισμοί
Μας πούλησαν κατάμουτρα
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα
Τσάμπα την λούστηκες την έξοδο
Τσάμπα την άναψες την έξοδο
Ο πυρετός σου σήμερα
Υπάρχει – δεν υπάρχει στα συγγράμματα
Του’ χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια
Ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά
Οκτώ μποφόρ Χριστός
Κι ακόμα τόσα
—
Τότε –χαμένα μες στις καλαμιές
Τώρα- χαμένα στα σκυλάδικα
—
*
—
THIS THE PLACE GENTLEMEN
—
Πολλές οργιές κάτω απ’ το τίποτα
έτσι
που τα μαλλιά μας μπλέκονται στις ρίζες του
υιέ μου υιέ μου Αβεσσαλώμ
σαν εκκρεμές δεν θα’ χες πέραση
έτσι κι αλλιώς εμείς
τον χρόνο τον εισάγουμε απ’ το Γκρήνουιτς
γιατί ο δικός μας
έχει λαγούμια μαύρα κι ανεκπλήρωτα
—
φωνάζεις την αγάπη
και σου επιστρέφει ο αντίλαλος αιμόφυρτος
—
έχει μυριάδες χέρια που κοπήκανε
δεν ήταν αγαλμάτων
όλα τους
αργότερα μαρμάρωσαν
—
*
—
*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/
