Κατερίνα Κούσουλα, Το άροτρο

ScannedImage-69

λύσε τις βέργες από πάνω μου
ιμάντες πέτσινοι βρεγμένοι σφίγγουν
κι απ’ τα μηνίγγια μου το σκότωμα θεριό

για το χωράφι μας κινήσαμε πρωί
όταν η νύχτα αχνοφέγγιζε
και το
φεγγάρι φυλλοροώνχας έρωτα
έβλεπε τα βουνό γαλάζια όνειρα νυκτός
τη μέρα επίμονη τα πρέκια του παράθυρου να βάφει

μύριζε χώμα γιασεμί της άνοιξης κρυφό
το πρώτο κρώξιμο κρυβόταν λάθρα
να μην ξυπνήσει τα στοιχειό του έαρος ακόμη
κι όπως πηγαίναμε μαζί αργό συντροφικό
γύριζα και σε κοίταζα μ’ όλη μου την αγάπη
εσύ κοιτούσες πέρα το ξημέρωμα κι ωστόσο
κάποια φορά στρέφοντας χαμογέλασες

φτάσαμε στο χωράφι μας κι είχε χαράξει πια
τα ζούδια μου ξεγλύστραγαν στον κάματο που αρχίζει
νέοι βλαστοί και έσπερνες σπορά
κι εγώ καμάρωνα κρυφά με το κεφάλι κάτω
τη γη μου πάντα να κοιτώ μην κάπου ξεστρατίσω
κάθε βραγιά χαράζοντας πυκνά του μόχθου αυλάκι
για τον σπορέα να περνά ελεύθερος εδώ

αγκάθι με βουκέντρισες ξάφνου χωρίς να θέλω
τι ήθελα την βούκεντρα να κάνω το σωστό
τι άλλο είναι τ’ άδηλο που τώρα μου ορίζεις
γιατί δε με φοβήθηκες μην ίσως και πληγώ

γύρισα και σε κοίταξα πάλι μ’ εμπιστοσύνη
ξανά βουκέντρισες σκληρά το ένα μου πλευρό
αυτό απ’ όπου γέννησα τον έλεο για το χώμα
αυτό απ’ όπου ακούμπησα τη συντροφιά γλυκιά

να μου θυμίσεις την αρχή που πρέπει να θυμάμαι
την τύχη του υποζύγιου μηντύχει κι αρνηθώ

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, σελ. 121-122.

Leave a comment