Μὴ σπαταλήσεις τὰ ὄνειρα
Μὴ σπαταλήσεις ὅλα τὰ ὄνειρά σου
μονάχα σὲ μιὰ νύχτα.
Φύλαξε κάτι γιὰ τὴ νύχτα-φωτιά,
νά ’χεις κι ἐσὺ ν’ ανάψεις
ἕνα δαυλὸ γιὰ τὸ δρόμο.
Φύλαξε κάτι γιὰ μιὰ νύχτα απόγνωσης
-ποὺ ἡ ψυχὴ θὰ λαχταράει-
νά ’χεις νὰ στρώσεις δίπλα σου
κορμὶ καὶ πόθο,
ἱδρώτα ν’ ανταλλάξεις.
Φύλαξε κάτι γιὰ μιὰ νύχτα πόνου,
στίχους νὰ κάνεις τὰ ὄνειρα,
νά ’χεις νὰ σκάβεις μέσα στὴν καρδιά,
νὰ μὴν πνιγεῖς,
πάτο νὰ βρεῖς γιὰ νὰ πατήσεις.
Φύλαξε κάτι γιὰ τὸ τέλος.
Πρῶτα θὰ φύγει ἡ ψυχή,
μετὰ τὸ χούι
κι ὕστερα τ’ ὄνειρο.
***
Ὅπως οἱ ποιητὲς
Οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς σου
-απότομοι ἦχοι νεκρῶν βαγονιῶν-
μέταλλα παροπλισμένης τμομηχανῆς
ποὺ συστέλλονται,
ποὺ τρομάζουν
απὸ ἐκτροχιασμοὺς ὀνείρων.
Τὰ χέρια σου βιδωμένα
στὰ ἔμβολα τῶν ακίνητων τροχῶν
μὲ τὸ ρολόι, στ’ αριστερό, σταματημένο.
Τὰ πόδια σου μισοφαίνονται·
χορταριασμένες ράγες
-ἄνεμοι παίζουν μὲ τὰ λυμένα σου κορδόνια.
Ἡ σιωπή σου σκοτάδι,
σφιγμένο στομάχι,
κόμπος στὸ λαιμό.
Τὸ πρόσωπό σου ανέκφραστο
φεγγάρι,
μάτι δακρυσμένο.
Διάσπαρτη κόκκινη σκουριὰ
σὲ ζωγραφιὰ
τὸ βλέμμα σου.
*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.
