Μύριαμ Μιχαέλις (1908- 2004), Η ιστορία της Ανούσκας

images

Τότε που ήμουν ακόμη πόρνη
και στεκόμουν στη γωνιά του δρόμου μου,
ήρθε μια φορά ένας ποιητής.
Μίλαγε, μίλαγε αλλά δε νοούσα τα λόγια του.
Έλεγε αενάως:Έρωτας! Έρωτας!
Τελικά με πήρε μαζί του,
ξάπλωσε επάνω μου,
έκανε ό,τι όλοι κάνουν
και μού’δωσε χρήματα.
Με αυτά αγόρασα ένα νέο καπέλο.
Όμως μια φορά,
ήταν φαιά σαν ομίχλη η μέρα,
περπατούσαν οι άνθρωποι πιο αποκαμωμένοι
και γρηγορότερα απ’ ότι συνήθως,
στάλαζε η βροχή,
φουγάρα κάπνιζαν πολύ.
Τούτη τη θαυμάσια μέρα ήταν
που ήρθε ένας εργάτης από τη φάμπρικα
με φωτεινά μαύρα μάτια, λαμπερά.
Μού είπε:
Έλα μαζί μου!
Τον ρώτησα :
Έχεις χρήματα;
Χρήματα δεν έχω.
Αλλά θέλω ένα ποτό να σου δώσω να πιεις,
ένα ποτό, ένα ποτό,
να μεθύσεις όπως ποτέ άλλοτε
στον οικτρό σου βίο.
Με πήρε από το χέρι…
Με πήρε από το χέρι και πήγα μαζί του.
Ένιωθα σα να ήταν ένας φίλος,
και μού μίλαγε,
ο λόγος του έπεφτε εντός μου,
και μίλαγε, μίλαγε:
Χίλιοι τροχοί στρέφονται ρυθμικά,
χίλιες φωτιές μέρα τη μέρα υποδαυλίζονται,
ατμοί ανέρχονται με αναβρασμό ολολύζοντα,
στην αυλή του εργοστασίου ένας πλάτανος φυτρώνει.
Άνθρωποι συρρέουν στο σχόλασμά τους.
Κι εγώ είμαι γερός κι εσύ ωραία,
Ανούσκα!
Μα και βέβαια δεν είσαι καθόλου πόρνη
γιατί είσαι μια γυναίκα
κι ωραία.
Καμιά φορά τραγούδαγε ένα πουλί.
Κάπου ρέει ένα πλατύ,ζεστό, ορμητικό ποτάμι ,
Ανούσκα,
Ζήσε ,ζήσε!
Νόμιζα πως θα με σκότωνε…
Νόμιζα πως θα με σκότωνε όταν με αγκάλιασε,
μα δεν θα κραύγαζα.-
Τώρα πια πάλι έφυγε,
για εκεί όπου τα λευκά σιδηρά έμβολα
καθρεφτίζονται μες στα μαύρα φωτεινά μάτια του,
το χέρι του φυτρώνει γιγάντειο μέσα από τις μηχανές…
Και μένα πίσω με άφησε
με το τραγούδι μες στην καρδιά μου,
που τώρα μέρα τη μέρα του παιδιού μου τραγουδώ:
Αγάπησε,αγάπησε.

*Aπόδοση από τα Γερμανικά: Βούλη Ζώγου. Στη μορφή αυτή δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Παρέμβαση”.

Leave a comment