ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Μεταφραστές σιωπής μού είπαν
πως τάχα σε δύσκολους καιρούς
κόβεις δρόμο, περνάς μέσα απ’ τις ζωές των άλλων
φορώντας μια μεταποιημένη λύπη, που σέρνεται πίσω σου.
Χρυσοφόρων Μήδων αναπνοές σε προσεγγίζουν,
εκεί που κατοικείς σε πάθη αλλότρια,
που σχίζεται μεταξωτός ο χρόνος,
μισός για πεθαμένους κι άλλος μισός για ζωντανούς.
Σε λένε Οδυσσέα στο τέλος.
Μα ξέρω, μπροστά σου τείχος, πίσω σου κορναρίσματα,
δεν επαναπατρίζεσαι.
***
Ο χρόνος υπερδιπλασιασμού του πόνου
δεν ορίζεται.
Θα περπατάει εκεί που τον αφήσατε
με το κούτελο ψηλά.
Δεν χάνεται. Κινούμενος ασυμπτωματικά σε τοίχους για
παράδειγμα νεκροταφείων, καίγοντας τα λιβάνια του,
μοιράζοντας φρούτρα στους περαστικούς,
ευλογώντας τα γένια του
με τη βραδύτητα αυτού που στηρίζεται στην ξινή
εσπεριδοειδή του φύση.
Γι’ αυτό δεν θα ’ρθω να σε δω, μητέρα,
εκεί που ξεκουράζεσαι,
σηκώνοντας πάνω στο λιπόσαρκο κορμί σου -έτσι ήσουν
πάντα-
πάλλευκα μάρμαρα.
*Από τη συλλογή ‘Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 14-15).
