Τόσο ξένος προς το περιβάλλον.
Εξετάζοντας τις αποχρώσεις,
εξετάζοντας τα πάντα.
Τρίβω, χαϊδεύω τα χέρια μου.
Τα τετράδια αναπαύονται ήσυχα πάνω στο τραπέζι.
Το δωμάτιο είναι φωτισμένο από τον Ήλιο.
Τρίβω τα πόδια μου.
Κλείνω τα μάτια από την έκσταση.
Ακουμπώ τα γυαλιά μου στο γραφείο.
Πατάμε πάνω στις λέξεις για να μας πάνε κάπου.
Να μας πάνε ίσως πίσω, έξω, στον κήπο.
Να εισέλθουμε σε άλλη Πραγματικότητα.
Αποσπώντας τις εικόνες που εμφανίζονται στο νου
και ευθυγραμμίζονται μέσα μου με ότι συμβαίνει ολόγυρα.
Και τα γέρικα χέρια αναπαύονται.
Είναι η μέρα των λουλουδιών, η μέρα του Ήλιου.
Είναι η μέρα κάποιου αδιόρατου θριάμβου.
Ακούγονται ήδη οι ύμνοι χιλιάδων ανθρώπων.
Μας έφυγε το βάρος, μας έφυγε η θλίψη.
Υπόκωφα φουσκώνει το ρυάκι.
Οι φωνές εντείνονται.
Κολυμπάμε κι εμείς, παίρνουμε θάρρος.
Έχουμε προσδοκίες, έχουμε γαλήνη.
Κρύωσαν τα χέρια.
Θρίαμβος στο μέσα, θρίαμβος στο έξω, ένα είναι.
Αυθόρμητα θες να ευχαριστήσεις κάποιον.
Σε μπερδεύουν όμως οι άνθρωποι.
Μέσα από τα πιο απλά συμβάντα
δημιουργείς καινούργια πράγματα.
Οι εικόνες, οι αντιλήψεις.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.
