ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει
Η ΜΑΡΙΑ
Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της
Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί
Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά
Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν
Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε
Τότε η Μαρία
σιγά–σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο
ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Είναι πουλιά
που δεν πετάνε
είναι πουλιά
θαμμένα
μεσ’ σε κουτιά
Είναι δωμάτια
και είναι λέξεις
που σκίζουνε το κεφάλι
σαν καρφιά
Είναι καρφιά
που δεν πονάνε
είναι καρφιά
π’ ανακουφίζουν
Όταν χτυπήσουν
πάλι οι καμπάνες
θα πεταχτούμε
σαν τα πουλιά
*Από “Τα φλάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958).
