Δεν ήθελα την αιωνιότητα
Καιρό μόνο ζητούσα
Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ
ΑΔΡΑΝΕΙΑ
Ο μολυβένιος ουρανός
μου σφεντονίζει ένα τρελό φεγγάρι
καταπρόσωπο,
κι η Γη
θρηνεί τα τέκνα της
που χάθηκαν
στα πορφυρά πεδία των μαχών.
Απόψε ο νους μου παέι
σ’ αυτούς που κάνουν το ταξίδι
Κορνουάλη – Σφαξ
Κι Αμβούργο – Άγνωστο.
ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ
Στάθηκα στην καμπή του δρόμου
στο βουνό με τα βράχια,
κι ένα βοσκόπουλο
μου πρόσφερε μαύρο
γλυκό ψωμί, νερό
και πικραμύγδαλα.
Λιβάδια ζοφερά την αυγή,
ομιχλώδη βουνά της Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μου’ χετε κλέψει τα νιάτα
και το γέλιο.
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Τ’ ωχρό φεγγάρι
μοιάζει με το κεφάλι
ανήσυχου παιδιού
που ερωτεύτηκε
τη δασκάλα του
και μιάν άνοιξη πέθανε
από βλογιά
Απόψε ο μανιασμένος άνεμος
μου θυμίζει έντονα
νύχτες αγάπης
στην οδόν Αγίου Ανδρέου.
ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ
Είν έξοχη η στογμή
όταν ανοίγεις
το κουτί της φαντασίας σου
και ξεχειλίζουν αρώματα
μεθυστικά
θυμίζοντας σου
την από καιρό χαμένη βεντάλια της Πενθεσιλείας
που βρέθηκε απροσδόκητα ένα απόγευμα
σε κάποιο βελουδένιο κήπο …
Μα γρήγορα τα μάτια σου εξαντλούνται,
μια στιγμή ήταν αυτό, τίποτα παραπάνω,
και μονομιάς
όλα χάνονται :
οι ταινίες
τα γράμματα
τα ξηραμένα άνθη.
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ
Μ’ αρέσει η φιλία
της ομίχλης
μ’ όλο που νιώθω
ένα υγρό φορτίο
αηδίας
στο λαιμό μου
όταν της κουβεντιάζω
Μα σαν αποτραβιέμαι
με σιωπηλά φευγαλέα βήματα
μες στα ερείπια,
τότε υποφέρω αληθινά
και μ’ αγωνία την περιμένω
να’ ρθει πάλι
με νέα οράματα
καινούρια μουσική.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΨΗΛΟ ΚΑΠΕΛΟ
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία
ότι μια νύχτα καταθλιπτική
που θα πλανιέμαι ολομόναχος
σ’ έναν καταχνιασμένο δρόμο,
θα ξεπροβάλει κάποιο χέρι
απ’ το παράθυρο ενός μαύρου ταξί
και θα με πιστολίσει από μοιραίο
αναπόφευκτο λάθος.
Μα τέτοιο λάθος
θα’ ταν το πιο τέλειο
στη ζωή μου,
η τελευταία
κι εκλεκτότερη μου
εμπειρία.
ΑΔΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ
Λυκόφωτο γκρίζο
στην παγερή οδόν Αυτοκτονίας
κι οι ανεμοδείκτες
όλοι γυρνούν προς τον τάφο
εκείνου του υστερικού αηδονιού
που δολοφόνησαν χτές βράδυ.
Κάποιο γήινο μάτι
σέ μιάν απόμακρη γωνιά αυτού
του έρημου πάρκου κατασκοπεύει
τα χαλύβδινα αγάλματα
και τις μοναχικές σιλουέτες
που τριγυρίζουν δίχως λόγο
στα ομιχλώδη μονοπάτια
σφυρίζοντας πένθιμους σκοπούς.
Μόλις γλιτώσω
απ’ αυτήν την ασπρίλα
θα πρέπει ν’ αγοράσω ένα πιστόλι
για να σκοτώσω το φάντασμα
που κουρνιάζει στο κρανίο μου
και με κατηγορεί κάθε φορά που λείπω.
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές
με χειρόγραφα στις τσέπες
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι
στο πλακόστρωτο του λιμανιού
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο
που δεν έρχεται από πουθενά
και που δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει
αφού δεν υπάρχει.
Όταν ήμουν παιδί
μισούσα ένα κοκαλιάρικο κορίτσι
και το βασάνιζα συνέχεια
μες στον περίβολο του κήπου.
Ύστερα από ‘ναν τρομερό σεισμό
που κλόνισε το νοσοκομείο
κι ολόκληρη την πόλη,
τα τζάμια του αδειανού κτιρίου
οι καθρέφτες και τα ανθογυάλια,
όλα κείτονται χάμω συντρίμμια
κι άνεμος κουβαλά
ένα σιδερένιο φέρετρο στον ορίζοντα.
Τεντώνει τ’ ωχρό του χέρι
να πάρει το ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
από το πιάτο…
μάταια όμως˙ δεν μπορεί να το φτάσει.
*Από τη συλλογή “Τρωτό σημείο” που γράφτηκε από τον ποιητή στα αγγλικά με τον τίτλο “Vulnerable point”. Η συλλογή αυτή γράφτηκε το 1949, αλλά ευτύχησε να δει το φως της δημοσιότητας σε έκδοση του ίδιου του ποιητή στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1968. Η ελληνική μετάφραση έγινε από τον ποιητή Γιώργο Δανιήλ.
