Δυο κοπέλες άναψαν το φιτίλι
του εικονοστάσιο το καντήλι
στην κορυφή του βουνού.
.
Πιο μακριά, ακούστηκε μια φωνή,
έκλαιγε ένα βιολί
για τον φίλο του το ακορντεόν
που τον ζήλευε από καιρό, του είχε
κλέψει τη πρωτιά και ήταν πράματα
αυτά;
Έλεγε ότι ήταν η αρχή του κόσμου
που δεν τελειώει ποτέ
κι εμείς δεν ξέραμε λες
και εμείς αναρωτηθήκαμε
στον κόσμο που δεν τελείωνε
τι θα έκανε η κλεψύδρα
όταν η μνήμη έχανε
τα λογικά της και έπαιζε κρυφό
με τις αναμνήσεις.
Κι εμείς δεν ξέραμε λες,
φοβόμασταν όμως, δεν ξέραμε
πότε θα ερχόταν το κακό,
πότε θα τελείωνε η ιστορία που δεν
τελειώνει ποτέ,
πότε θα επέστρεψαν
τα λυσσασμένα φαντάσματα,
τόσο ασήμαντα
στα μάτια του βουνού.
Ο καημός βογκούσε στη χαράδρα,
έσκισε τη ράχη της γης στα δυο,
ο ήλιος έτρεμε πάνω από το ποτάμι.
