Περπατούσα ώρες μέσα στο
μουρμουρητό
της ανθρώπινης ανυπαρξίας
Βλαστημούσα για το χτες,
για το τώρα
χωρίς να ξέρω το αύριο.
Κάπνιζα ταξιδεύοντας στον
κόσμο της μπερδεμένης
και γεμάτης αμφισβήτηση αλήθειας.
Γελούσα κι έκραζα προσπαθώντας
να δώσω θάρρος σ’ αυτούς
που με κοίταζαν.
Σταμάτησα όμως… απότομα!
γιατί το σκοτάδι με είχε ζώσει…
και ο πόνος του δοντιού μου
δυνάμωνε.
