Έτσι που διαλύθηκες σε χίλιες μικρές υποψίες ελπίδας
πάνω στο πετσί της γης και σκόρπισες
σαν τα ζάρια κι έπαιξες μεσ’ στα βράδυα την ορμή σου
προσπάθησα να συναρμολογήσω ό,τι απόμεινε
άρρυθμους χτύπους απ’ αυτούς των εξοχικών δρόμων
άρρυθμα λόγια απ’ αυτούς τους μονόλογους
που επαναλαμβάναμε ταχτικά τις βροχερές νύχτες.
Έτσι που ο ύπνος του μεσημεριού σε πήρε
και σε κομμάτιασε σε χίλια πέταλα
θα βρεις το μονοπάτι της σιωπής
που ξεκινά απ’ το περσινό μανταλωμένο σπίτι.
Η ουσία της φυγής απόμεινε και τριγυρνά στα πάρκα
μα συ ανύποπτη μετράς τις χάντρες του λαιμού σου
κι αν τη Γρανάδα είχες χαραγμένη στο βυζί σου
και τα χαμόγελά σου τυλιγμένα μέσ’ το Νότο
έφυγες ήσυχα από κει που ήλθες για τα ξένα.
