Κινηθήκαμε σε κάτι πυκνά χαμόκλαδα
τραγουδώντας κάτι παλιά τραγούδια.
Ήμασταν δεμένοι σε μεταλλικά κρεβάτια
επενδυμένα με καουτσούκ.
Φορέσαμε κάτι χάρτινα καπέλα στο κεφάλι
και κοιταζόμαστε γελώντας στους καθρέφτες.
Βγάλαμε τα τροχοφόρα κρεβάτια μας στους διαδρόμους
και χτύπαγαν δυνατά οι πόρτες πίσω μας.
Σκυλιά και σειρήνες της αστυνομίας ούρλιαζαν.
Κάτω στην πλαγιά περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή.
Τρέξαμε κατά κει.
Το τρένο ερχόταν τόσο αργά που σκαρφαλώσαμε
ακίνδυνα.
Στα δάπεδα των βαγονιών
γράψαμε τα όνειρα των χαμένων συντρόφων μας.
Το τρένο εξαφανίστηκε,
μαζί και εμείς,
στα φωταδερά μονοπάτια
των πρώτων ηλιαχτίδων.
