Χωράφι με χαμομήλια Μετά η βροχή
Επαίτης των αστεριών ο αυτοεξόριστος
Εσύ εσύ που περπατάς με τους νεκρούς αιώνες τώρα
περπατάς με τούς νεκρούς
Ήχοι ήχοι που με κυνηγούν
Ο θάνατος μας αποδομεί, είπε ο Οδοιπόρος. Ο θάνατος είναι
η μαγεία της ζωής
Συντέλειες οστών πνεύματα της πέτρας
Ήχοι ήχοι ήχοι
Ο θάνατος είναι η σαγήνη της ζωής
Το μόνο που ελπίζεις είναι πως κάποτε θα γλιστρήσεις κατά εκεί
***
Η χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας
Θυμήσου
Όρθροι και λιβανωτά καμπάνες
Πρόσωπα ψίθυροι πρόσωπα αναφιλητά
Χλωμές αυτοκρατόρισσες καλόγριες
Τάματα μαυρισμένα από κεριά
Θυμήσου θυμήσου
Μεσουρανήματα αρπαχτικά αποθεώνοντας ορίζοντες
Γη μου ω γη μου
Κρίμα μου
Φωνή μου
Κι ω τώρα ω τώρα
Κατεδαφισμένη ένα παραστράτημα των καιρών
Και πού ο θρύλος σου ψυχή μου γυρισμός
***
Βρίσκομαι κάπου… Βρίσκομαι πού; Κι άραγε; πού αλλού
στο χρόνο;
Τούτος ο χρόνος, ο χώρος τούτος, η σιωπή;
Χαρτιά… βιβλία, χειρόγραφα, φυλλάδια… Σκόνη, μαύρη σκόνη,
σκόνη παντού… Το φως ελάχιστο. Κάποτε το φως δυναμώνει.
Δεν υπάρχει τίποτα εδώ μέσα ζωντανό… πότε πότε κάποιος
έρχεται…
δεν τον βλέπω μα τον αισθάνομαι… πάντοτε ο ίδιος…
κάπου κοντά μου μοιάζει να στέκεται…
Πού τέλος πάντων βρίσκομαι;
*”Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.
