Νίκος Κροντηράς, Απόμακρα νοιώθονται τ’ άστρα

Έργο: Tadeusz Kantor

Έργο: Tadeusz Kantor

ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΝΟΙΩΘΟΝΤΑΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ
αστρούθιστοι παραμένουν οι ανθρώπινοι σπόροι
τ’ αγάλματα σκιάχτρα
άλλη μια μέρα δείραν οι δήμιοι
πιτσιλιές αίματος τα μάρμαρα
σκόνη τα πνευμόνια
ανέμελα σκοτώνουν οι νοικοκυρές
χορτασμένοι σάρκα οι πολιτισμοί

Ο άνθρωπος πίσω από τα σκόρπια βαρέλια
χωράει σε μια τρύπα στη γη
πελώρια αδιαφορίας.
Χύθηκαν μύρια οξέα
γερά έπεσαν δόντια πολλά
τα κατεψυγμένα στοιβάχτηκαν εκεί…
Εσύ που με ευχές σε αστέρια λαμπτήρες
με τέτοιο νόμισμα κρύο βάζεις μπρος το μηχάνημα
σου μιλάω
πόσο γρήγορα γέρασε η επιστήμη…
και ο αιώνας κυνήγησε τα παιδιά από μικρά…

Σιγή στα μαξιλάρια με τα ματωμένα πούπουλα.

Ό,τι έχει απομείνει από αξιοπρέπεια
στο στάχυ μαζεύεται
συμφωνία στο φως στο νερό
να φτιαχτεί το ψωμί
πρωτού απλώσει ο πολέμαρχος κάτι σα να δύει
και ατιμάσει το μέλλον.

Ξανά η πείνα
αφαιρεί τα μεγάλα λόγια από τα δόντια.
Όταν χίλια στόματα έχουν σωπάσει
δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε χίλιες φορές
περισσότερο
ποιός χτίζει εδώ
ποιός περνάει απ’ τις οδομαχίες
οι μονόλογοι
ανέβασαν έναν πριυτογονισμό αφύσικο
μιαν ακαρπία βυθίζουσα
η απανθρωπιά κάλεσε τους δαίμονες
με όλες τις μορφές.
Αμμόκοσμος και σαύρες στην επιφάνεια τα κόκκαλα συνήθη
αντίθετα με το μέλλον.
Άναψαν στριμώχνουν τους λαιμούς τους οι μηχανές
κοιτάζουν από πάνω,
Τα έντομα βαδίζουν πάνω στο ποίημα
είναι κάτι που αποφεύγουν οι άνθρωποι.
στον αιώνα της δίψας
οι πελώριες δικαιολογίες
δυο μαχαίρια καρφωμένα στον ουρανό
μοιάζουνε όλο να οδηγούν το θάνατο να κατεβεί.
Ταξίδεμα σκόνης δίχως ρυθμό έτσι ο χρόνος
κάτι μυρίζουν οι δείκτες ο χαλαζίας…
οι δειλοί πεθαίνουν από θάνατο.
Μες τα σκουπίδια βρίσκω παιδιά
οι μεγάλοι αδιάφοροι έχουν νομίσματα κάλπικα
και δεν ξέρουν Χορό.

Μια ξυπόλυτη λέξη πάλι, κάτι Αφρικάνικο
στο όνειρό μου
προσμένω σ’ αυτές τις θερμοπύλες,
βλέπω τους ρωμαίους που ξαναβγήκαν
μέσα από τις στάχτες της ευδαιμονίας
και είναι μια νύχτα απ’ αυτές
που το περίσσιο πετρέλαιο βαραίνει τα φτερά
κοκκαλώνει τα παιδιά
το σύννεφο της χημείας πνίγει τα δίκια
σε μια μάζα αδικίας για το τίποτα,
με μεγάλο ερωτηματικό.
Τα δέντρα είναι ξερά από το λάθος
(είναι φρικτό οι νικητές να ζούνε σ’ έναν κόσμο
φτιαγμένο από τους νικημένους)
μα οι ρωμαίοι τρώνε πάνε στον πόλεμο
αυτοί δεν είναι άνθρωποι
αυτοί ξέρουν μόνο να θανατώνουν και να θανατώνονται

Γέφυρα με ρηχά νερά, ας προσέχω,
με την ζωή των αδυνάτων πληρώθηκε.

Αποστεωμένη απειλή το άπειρο με δυο μεγάλα μάτια
η σκιά του φεγγαριού έπεσε
μ’ ένα θόρυβο χάχανου
Αυτό που δεν τους σκότωσε δεν το σεβάστηκαν.

Φαρδιά σταγόνα
λιγοστεύουν διαρκώς
όμως πάντα θα γράφονται
με τον ίδιο αριθμό γραμμάτιων
στην ίδια ειρωνία όσο υπάρχει ιστορία
σαν μια τεράστια παλάμη μια τρύπα
Xορταριασμένα κάγκελα
καυματισμένες μάσκες αντιασφυςιογόνες μηχανές
δεν είναι ποτάμι βροχής
ξεκλέβει ξεγελάει το στάσιμο.
Βρέξε την πανοπλία τολμηρή ψυχή
κοίταξε γύρω
σε έναν κόσμο που θ’ άξιζε να έχει όνομα
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.

One response to “Νίκος Κροντηράς, Απόμακρα νοιώθονται τ’ άστρα

  1. Pingback: Νίκος Κροντηράς, Ευδαίμονες εαυτοτυφλωμένοι | To Koskino

Leave a comment