Οπώρες κίτρινοι ήλιοι
λάμψατε σπυριά φωτός σαν το χαλάζι
στη λίμνη που έπεσε των λουλουδιών
και λιώσατε μέσα στο χέρι που σας μάζεψε.
Μικρές οργανικές αψάδες κίτρα
που στη γλώσσα μου πάνω στήσατε χορό
με τα φορέματά σας της φωτιάς
στων στροβίλων σας ξέδωσα
πικρό και γλυκό ξεφάντωμα.
Κι εσείς ρόδια
που σπάσατε το καλούπι της τύχης μου
ο κρότος διαπέρασε τον λαβύρινθο της πάχνης
καταχείμωνο κυλήσατε στους ουρανούς
μαγεία σπείρατε στ’ άστρα.
Σκορπώντας το άρωμά σας
στις κοινές αισθήσεις
μήλα καρποί των ενοχών
κρεμιέστε από τα αιώνια κλαδιά
λεία, στιλπνά, παντοτινά
κι η ιστορία της αφής
μια συνεχής ακολουθία.
Στην ράχη μου σας φόρτωσα
κι απ’ το πανέρι της ανακωχής
κρέμονται στέμφυλοι τσαμπιά
προχωράω αέναα.
Την τέχνη έμαθα: στης μάχης το κέντρο
πώς πρέπει κανείς να κερνά
στα στίφη που καταφθάνουν
την ακριβή και υπολογισμένη ώρα
του Μύθου μια μια την κάθε ρόγα.
