ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ
Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
Τα παιδικά μου χρόνια: θύμησες σε μια σεβιλλιάνικη αυλή,
κι ένας φωτεινός κήπος που ωριμάζαν τα λεμόνια-
η νεότητά μου: είκοσι χρόνια στη γη της Καστίλλης
κι η ιστορία μου γεγονότα που δεν θέλω να θυμάμαι.
Ούτε κατακτητής Μανιάρα ούτε και Μπραντομίν υπήρξα
-μάθατε κιόλας τον αδέξιο στολισμό μου-, κι ύστερα
δέχτηκα και το βέλος που είχε για μένα ο Έρως,
κι αγάπησα σ’ εκείνες ό,τι φιλόξενο έχουν.
Κυλάν στις φλέβες μου σταγόνες αίματος Γιακοβίνων,
κι ο στίχος μου αναπηδά από πηγή γαλήνια-
πιο πολύ από άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του,
είμαι, με την καλή έννοια του λόγου, καλός άνθρωπος.
Αγαπώ την ομορφιά και στη σύγχρονη αισθητική
έκοψα τα παλιά τα ρόδα στον κήπο του Ρονσάρ-
δεν μου αρέσουν τα φτιασίδια της νέας καλαισθησίας,
ούτε είμαι το πουλί της μόδας που τραγουδάει τρελά.
Αντιπαθώ τις ρομάντζες τενόρων κενολόγων
και τη χορωδία των γρύλων που τραγουδάει στ’ άστρα.
Για να διακρίνω σταματάω τα απόηχα της ηχούς,
και μέσα στις πολλές φωνές ακούω μονάχα μία.
Είμαι ρομαντικός ή κλασικός; Δεν ξέρω. Ίσως ν’ αφήσω
θά ’θελα τους στίχους μου σαν καπετάνιος το σπαθί;
διάσημο από το χέρι που το χούφτωνε,
κι όχι εκτιμημένο απ’ τον ειδικευμένο χαλκουργό.
Συζητώ με τον άνθρωπο που πάντα πάει μαζί μου
-όποιος μιλάει μονάχος, κάποτε θα μιλήσει με το Θεό-.
Ο μονόλογός μου είναι συζήτηση μ’ αυτόν τον καλό φίλο
που μου έμαθε το δρόμο προς τη φιλανθρωπία.
Και τέλος, δεν σας οφείλω τίποτα- μου οφείλετε ό,τι έγραψα.
Πηγαίνω στη δουλειά μου, πληρώνω μοναχός μου
τα ρούχα που φορώ, το σπίτι όπου μένα),
το ψωμί που τρώω και το κρεβάτι που κοιμάμαι.
Κι όταν θα φτάσει η εόρα του τελευταίου ταξιδιού,
κι είναι έτοιμο το πλοίο για το στερνό ταξίδι,
θα με βρείτε επιβάτη χωρίς πολλά μπαγκάζια,
σχεδόν γυμνό, σαν τα παιδιά της θάλασσας.
*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη 2009. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
