I
Εκεί έξω
Στους βοερούς δρόμους της πόλης
Στα λεωφορεία και στα υπόγεια τρένα της
Στα διαμερίσματα και στα γραφεία της
Στους χώρους δουλειάς και στον ελεύθερο χρόνο της
Στις πλατείες και στους πεζοδρόμους της
Στο φως και στο φωταγωγημένο σκοτάδι της
Στη θορυβώδη σιωπή και στη σιωπηλή απόγνωσή της
Παντού ο ίδιος αδιαπέραστος ίσκιος
Πλανάται και απαντάται
Ανθρωπόμορφος και πολυσύχναστος
Ο μουγκός σφυγμός στις φλέβες του
Πάλλεται ζωηρός
Με τους καθημερινούς ανθρώπινους μόχθους
II
Ολημερίς κι αποβραδίς
Στην κοιλάδα του θανάτου σπέρνουμε
Για να θερίζουμε με τα χέρια μας
Τα ίδια τα σώματά μας
Γέμισαν κάλους τα χέρια μας
Και το μυαλό μας ρόζιασε ολάκερο
Η μέση μας τσάκισε στα δυο απ’ τη δουλειά
Για να εγγυόμαστε εμείς οι ίδιοι
Πως δε θα βιωθούν τα σώματά μας
Ποτέ ζωντανά
III
Ένας ίσκιος χωρίς σώμα αληθινό
Μας δόθηκε για να ζούμε
Κι ένας κόπος αλλότριος
Και μια προκοπή αλλότρια
Μας σφηνώθηκε
Σα νταβανόπροκα στο κεφάλι
Να μοχθούμε
Να κοπιάζουμε περήφανοι
Και μ’ υψωμένο τ’ ανάστημα!
Ενώσω σερνόμαστε κατάχαμα
Ασώματοι και ημιθανείς
Στην κοιλάδα του θανάτου
Στον ίσκιο του θανάτου μεγαλώσαμε
Και γίναμε τα μονάκριβα παιδιά του
IV
Τίποτα εδώ δε στεριώνει,
Δε ριζώνει, δεν ανθίζει
Όλα μαραίνονται κι αργοσβήνουν
Μέσα στις πλήθιες γλώσσες της Σκιάς που
Πρωί βράδυ μάς γλύφουν κατάσαρκα
V
Στις ανηφοριές και τις κατηφοριές
Αυτής εδώ της αλλότριας ζωής
Έχουμε ένα αόρατο σχοινί
Στο λαιμό μας περασμένο
Που μας τραβάει μπροστά,
Πάντα μπροστά!
Και δε μας επιτρέπει
Να βλέπουμε τι συμβαίνει
Μέσα κι όξω μας
Απλά κοιτάζουμε αποσβολωμένοι
Από την κεκτημένη ταχύτητα
Τα τοπία γρήγορα ν’ αλλάζουν
Ερήμην μας
VI
Και δε βλέπουμε τίποτε
Δεν εννοούμε τίποτε
Παρά ένα αδιαφοροποίητο γκρίζο
Μια άλλη απόχρωση της ζοφερής Σκιάς
Που μας έχει βάλει στο στομάχι της
VII
Σ’ αυτόν εδώ τον ανήλιαγο
Κόσμο των Σκιών
Τα φιλιά που δίνουμε και παίρνουμε
Τα χάδια που ανταλλάσσουν
Τα σώματά μας
Μαραίνονται ακαριαία
Και πέφτουν νεκρά
Στα πόδια μας
Για να ποδοπατηθούν βιαστικά
Στους δρόμους της Νεκρούπολης
Σαν ξεραμένα γαρίφαλα
Απάνω σ’ ένα νεκρώσιμο στεφάνι
Που βιαίως ξεριζώθηκαν
Απ’ το ζωτικό τους κλωνάρι
Τα σώματά μας στον ήλιο
Δασκαλεύτηκαν να ραγίζουν
Και στα νεύματα των περαστικών ανέμων
Τα πέταλά τους να σκορπίζουν
VIII
Εκεί έξω
Μοναδική συνάφεια
Στην Πόλη των Νεκρών
Που την κατοικούμε
Και την πληθαίνουμε
Το προμήνυμα της Σκιάς
Και το ριζικό του Θανάτου
Μας βαστούν απ’ το χέρι
Σαν αφοσιωμένοι κηδεμόνες
Και μας πηγαίνουν
Και μας φέρνουν
Όλους μαζί
Κι όλους χώρια
Στις κατακόμβες
*Από τα “Τέσσερα Ποιήματα για την ξένη και φορτική ζωή μας”.
