ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ
Αλλά προβάλλων απλώς το σύγγραμμα τούτο ως ιστορίαν ή αν αγαπάς κα- λύτερα ως μύθον, εις τον οποίον, μεταξύ τινών αξιών μιμήσεως παραδειγμάτων, θέλουν ευρεθή ίσως και άλλα δικαίως φευκτά, ελπίζω ότι αυτό θέλει ωφελήσει τινάς, χωρίς να βλάψει κανένα, και ότι όλοι θέλουν με ομολογήσει χάριν διά την ειλικρίνειάν μου.
ΡΕΝΕ ΝΤΕΚΑΡΤ
Διαθέτει άραγε η μεταμοντέρνα ή μεταβιομηχανική εποχή μας το προνόμιο που υπαινίσσεται αυτό το άκρως αντιμεταφυσικό «μετα-»; Συνιστά μήπως –για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως λέγεται– μια εποχή (με τη φιλοσοφική έννοια) εντός της οποίας έχουμε το δικαίωμα να σχολιάζουμε το παρελθόν ως έναν ήδη αρτιωμένο κύκλο ανάπτυξης, ή πρόκειται για μιαν ακόμα έξαρση πνευματικής αλαζονείας, από εκείνες που έχουμε εντοπίσει προ πολλού στον εγκυκλοπαιδισμό του Ακινάτη, στο Υπέρτατο Ον του Ροβεσπιέρου, στο υπερφίαλο Απόλυτο του Χέγκελ; Και αν ισχύει το δεύτερο, είναι μόνο αλαζονεία η βιασύνη να διακηρύττεις το τέλος όλων των θεμελιωδών εννοιών, με τις οποίες η ανθρωπότητα προσπάθησε να συλλάβει τον εαυτό της καθοδόν προς τον εαυτό της, ή ένα ακόμα πρόγραμμα ορθολογικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, από αυτά που τόσο συχνά εκπόνησαν τα τελευταία 60 χρόνια οι περίφημες Σχολές Στελεχών της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και τα Τμήματα Στρατηγικού Μάρκετινγκ Μη Κερδοσκοπικών Οργανισμών των ΗΠΑ;
Ας θυμηθούμε πώς ξεκίνησε αυτή η παράδοξη ιδέα για το τέλος της Ιστορίας, η οποία έ-λαβε διαστάσεις κωμικής απομίμησης επιστη- μολογικού μοντέλου. Το 1989, η αμερικανική συντηρητική επιθεώρηση διεθνών υποθέσεων The National Interest δημοσίευσε το δοκίμιο “Το τέλος της Ιστορίας”, του διεθνολόγου Γιοσιχίρο Φράνσις Φουκουγιάμα. Εκεί, ο Φουκουγιάμα, μέλος της ομάδας πανεπιστημιακών οι οποίοι, εμπνεόμενοι από τις πολιτικές απόψεις του νεο καντιανού πολιτικού φιλοσόφου Λ. Στράους, επεξεργάστηκαν θεωρητικά την πολιτική παγκόσμιας ηγεμονίας των Μπους, διακηρύττει το τέλος της Ιστορίας ως αντιπαράθεσης ιδεολογιών και την αρχή μιας περιόδου που θα χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του κλασικού φιλελευθερισμού, έχοντας να επιλύσει μόνο τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ανθρωπολογικές ορίζουσες του ανθρώπινου είδους. Για να δώσει κύρος στον ισχυρισμ του, επικαλείται τα σχόλια στη Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, που πραγματοποίησε ο Ρώσος φιλόσοφος Αλεξάντρ Κοζέβ.
Στην πραγματικότητα, οι απόψεις του Φουκουγιάμα δεν ήταν παρά μια χοντροκομμένη αναπαραγωγή των παράδοξων απόψεων του Κοζέβ, ο οποίος –εγκλωβισμένος ανάμεσα στις απάνθρωπες συνέπειες της μαρξιστικής ορθοδοξίας και στις αποτυχημένες προσπάθειες της φαινομενολογίας να θεμελιώσει μια στοχαστική επαφή με την Ιστορία– θεώρησε πως τα προβλήματα που θέτουν τα διαρκώς επανερχόμενα ιστορικά προτάγματα μπορούν να λυθούν στο επίπεδο της ανθρωπολογίας· μιας ανθρωπολογίας, όμως, ήδη μολυσμένης από την ασθένεια του φιλοσοφικού συστήματος, που οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν θέσει στο στόχαστρο της κριτικής από το 1845, με τη Γερμανική ιδεολογία. Με αυτή την κίνηση, ο Φουκουγιάμα προσδοκούσε την σιωπή των Ευρωπαίων πανεπιστημιακών, οι οποίοι –ήδη αμήχανοι από τα αλλεπάλληλα κύματα σχετικισμού που παρήγαγαν οι εργασίες τους– στέκονταν απέναντι στα καταλυτικά ιστορικά γεγονότα του τέλους του 20ού αιώνα, δίχως να μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο χρέος τους να θέτουν σε αναστολή κάθε βεβαιότητα και την επί δεκαετίες ένοχη οικοδόμηση των σχέσεών τους με την πολιτική. Και η αλήθεια είναι πως τη σιωπή αυτή την εξασφάλισε ο Αμερικανός μάνατζερ του συντηρητισμού, αν εξαιρέσουμε ορισμένους διανοουμένους –που ούτως ή άλλως κινούνταν πάντα στον χώρο της αντιδογματικής Αριστεράς– και, φυσικά, τον πολύχρωμο θίασο των αποδομιστών, οι οποίοι τρέκλιζαν ανάμεσα στον θεωρητικό εξ- τρεμισμό του γνωστικισμού τους και στον νευρωτικό ακαδημαϊσμό. Η ευρωπαϊκή διανόηση δέχθηκε εξαιρετικά εύκολα τις έντεχνα απλου- στευτικές απόψεις ενός Αμερικανού συμβούλου. Τα αποτελέσματα αυτών των απόψεων, που δεν ήταν παρά ένα είδος γκρίζας διαφήμισης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν σήμερα το πλαίσιο εντός του οποίου η αποκατεστημένη ιεράρχηση των «σταθερών» αξιών της αστικής κοινωνίας, όπως τη φαντάστηκε ή την επιθύμησε ο Χομπς (ως προστασία της ατομικής ύπαρξης με τη δημιουργία ενός αδέκαστου κράτους, που αντλεί το δικαίωμα της αποκλειστικής βίας από την αδυναμία του ατόμου να ελέγχει τη βιαιότητά του!) προσπαθεί να ανατάξει τις στρεβλώσεις της ανθρώπινης φύσης που δημιούργησαν μερικοί αιώνες αμφισβήτησης.
Ο νέος αυτός Λεβιάθαν, θέλοντας ν’ αποφύγει την αναμέτρηση στο επίπεδο της θεωρίας ως στοχαστικής υπέρβασης κάθε δόγματος, πραγματοποιεί μιαν ιδιότυπη στροφή προς την πλατωνική πολιτική θεματολογία, αλλά με αριστοτελικούς ελιγμούς. Πρόκειται, εν πολλοίς, για το ίδιο είδος στροφής που πραγματοποίησε τον 19ο αιώνα ο Έμερσον, ο οποίος ωστόσο είχε έναν εντελώς διαφορετικό αντίπαλο: τον ευρωπαϊκής προέλευσης ακαδημαϊκό ηγεμονισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, η λογική μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό παραγωγής εκείνου του συναισθήματος εσωτερικής πληρότητας, το οποίο περιέγραψε ο Ουίλιαμ Τζέιμς, δίνοντας τροφή στη στοχαστική ραθυμία των Αμερικανών διανοουμένων. Η κοινοτοπία έχει ήδη καταστεί κάποιο είδος πανίσχυρης λογικής προκείμενης. Η αυτονόητη πρόταση: «Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σκοτώνει ατιμωρητί», αρκεί για να δικαιολογήσει ένα άλλο, συντονι- σμένο, οργανωμένο από έθνος –και μάλιστα πολιτισμένο– λουτρό αίματος. Πουθενά δεν φαίνεται καλύτερα αυτή η πλευρά του πραγματιστικού συντηρητισμού, από εκείνη την διαφήμιση, όπου ο εκφωνητής-προπαγανδιστής ρωτά τον ανώνυμο καταναλωτή: «Θα βάζατε στο σπίτι σας έναν άγνωστο; Τότε γιατί να αγοράζετε άγνωστα προϊόντα;». Όσο μακριά κι αν βρίσκεται από τα κέντρα άσκησης πολιτικού, οικονομικού και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού αυτό το ασήμαντο μήνυμα, διαθέτει τη δομή των μηνυμάτων με τα οποία βομβαρδίζονται τα υποκείμενα άσκησης κάθε σύγχρονου προγράμματος κυβερνητικής: «Θα μπορούσατε ποτέ να ζήσετε στο Ιράκ; Τότε γιατί να δεχθείτε την ύπαρξή του;».
Ωστόσο, αυτό που φοβάται ο νεοσυντηρητισμός είναι αυτό ακριβώς που φοβόταν ο Πλάτων, όταν επετίθετο στην ποίηση: όχι την ικανότητά της να διαδίδει ψεύδη, χρησιμοποιώντας τη γοητεία του ηδυσμένου λόγου, αλλά την ικανότητά της να δημιουργεί αμφιβολίες για την τάξη του κόσμου και της κοινωνίας, αμφιβολίες οι οποίες τη φέρνουν πολύ πιο κοντά σε αυτό που αργότερα οι φιλόσοφοι θα ονομάσουν «εποχή»: μια καταμέτωπο σύγκρουση με το αυτονόητο, που όμως δεν διαδραματίζεται σε έναν μη ανθρώπινο, υπερβατικό χώρο, αλλά στην έδρα της ικανότητας του ανθρώπου να αυτοπροσδιορίζεται. Σαν να λέμε πως επειδή η Ιστορία δεν υπήρξε ποτέ απλά ως σύγκρουση ιδεολογιών, αλλά ως σύστημα πολύπλοκων διαδικασιών πράττειν, λέγειν και τεύχειν· επειδή ο κομμουνισμός, ο φιλελευθερισμός, ο εθνικισμός, ο φασισμός, ο αναρχισμός, όπως και πλήθος άλλα στοχαστικά μορφώματα: χριστιανισμός, βουδισμός, μωαμεθανισμός, κομφουκιανισμός, σουφισμός, αποκρυφισμός… δεν υπήρξαν απλά ιδεολογίες αλλά πόλοι συγκέντρωσης τεράστιας θεωρητικής δραστηριότητας, ενδέχεται η δραματική επίλυση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στη φιλελεύθερη Δύση και στην κομμουνιστική Ανατολή να δημιουργήσει –όπως εν μέρει δημιούργησε– ένα ρεύμα θεωρητικής επαναξιολόγησης στοχαστικών μορφωμάτων, τα οποία θεωρήθηκαν ιστορικά ξεπερασμένα από μια θετικιστική προσέγγιση της Ιστορίας.
Έτσι, η περιβόητη νίκη του φιλελευθερισμού θα μετατρεπόταν σε πανωλεθρία, αφού η Λερναία Ύδρα της θεωρίας θα αντικαθιστούσε κάθε κομμένο κεφάλι με δύο, τρία ή τέσσερα άλλα, που θα εκχωρούσαν στο ιστορείν τον παραδοσιακό του ρόλο, συνδέοντάς το με την Ιστορία. Αλλά ο κίνδυνος αυτός είχε εν μέρει ήδη προβλεφθεί με την ανάπτυξη των Πολιτιστικών Σπουδών, ενός υπερφίαλου τομέα των Επιστημών του Ανθρώπου, ο οποίος ανέλαβε να θεμελιώσει μια πολιτιστική «γενετική γραμματική», που θα μπορούσε να περιγράψει με τους ίδιους όρους τον Αισχύλο και τους Guns n’ Roses!
Προφανώς, μόνον έτσι η παραγωγή επικοινωνιακών (διαφημιστικών, δημοσιογραφικών, πολιτικών, ψευδολογοτεχνικών) κειμένων θα μπορούσε να πατήσει στο στέρεο έδαφος της διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Όσο για τον ρόλο που επιφυλάσσει το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας στην ποίηση, αρκεί η πανάρχαιη αυτή στοχαστική πρακτική να αποδεχθεί τον ρόλο του παραγωγού και διαχειριστή συναισθημάτων, τον οποίο ετοίμασε ο θετικισμός των αρχών του 20ού αιώνα και αποδέχθηκε ο αγοραίος μοντερνισμός, παραγνωρίζοντας το μερίδιό της στον στοχασμό. Αρκεί ο ποιητής να ασχολείται με τα συναισθήματά του, παράγοντας διακοσμητικά σχήματα, τα οποία εύκολα ελέγχονται ως ρητορικοί τρόποι και ακόμα ευκολότερα μπορούν να ενσωματωθούν στις τεχνικές επικοινωνίας που αναπτύσσει το σύγχρονο πελατοκεντρικό μάρκετινγκ. Φυσικά, ο ποιητής ως πολίτης, ως πατριώτης, ως πιστός, ως επαναστάτης, ως αρνητής, ως μέλος μιας κοινότητας με ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, εξαιρείται. Ο ποιητής πρέπει να είναι απλά ένα υποκείμενο σημειωτικής δραστηριότητας ορισμένης από τους κανόνες που υποτίθεται πως ανέδειξε ο χρόνος εν γένει, αλλά στην πραγματικότητα ανέδειξαν τριακόσια συγκεκριμένα χρόνια παραγωγής στελεχών για την αναπτυσσόμενη κεφαλαιοκρατική λογική. Και η σημειωτική αυτή δραστηριότητα υποτίθεται πως οφείλει να ασχοληθεί με τον άνθρωπο ως αρτιωμένο ζωικό είδος, το οποίο δεν έχει πια Ιστορία: η χρονική του διάσταση –η ίδια η σύσταση της ύπαρξής του– ολοκληρώνεται με τον σχηματισμό των γνωσιακών τύπων, που θα ορίζουν στο εξής τις αντιδράσεις του, εντός ενός πλαισίου αυστηρά οργανωμένης παραγωγικής και αναπαραγωγής της απαρασάλευτης ταυτότητάς του – ώσπου να παρουσιάσουν οι τρόποι σημείωσης εκείνον τον βαθμό εντροπικότητας, που θα καταστήσει την ίδια την ποίηση ανενεργή ως στοχαστική πρακτική. Άλλωστε, γιατί χρειάζονται οι στοχαστικές πρακτικές σ’ έναν κόσμο γενικευμένης κατανάλωσης των προϊόντων που επιλύουν τις μικρές, καθημερινές, συνειδησιακές συγκρούσεις μας;
Μήπως, σε τελευταία ανάλυση, δεν είμαστε άτομα ελεύθερα από κάθε προσδιορισμό; Μήπως ο Πολιτισμός της Δύσης δεν κατέβαλε κόπο πνευματικό για να χειραφετήσει το υποκείμενο; Μήπως αυτό δεν θέλαμε: να ικανοποιήσουμε στον μέγιστο βαθμό τις επιθυμίες μας; Ίσως, αλλά υπάρχει μόνον ένας τρόπος για να γνωρίζουμε αν αυτές οι επιθυμίες είναι δικές μας και σε ποιον βαθμό: να κάνουμε θεωρία –και ποίηση, ως αναπόσπαστο μέρος της θεωρίας–, να εποπτεύουμε τα φαινόμενα, να καταυγάζουμε τις δομές και τις λειτουργίες τους, να αναπαριστούμε το δράμα της διαφοράς ανάμεσα στη συνείδηση και στην πραγματικότητα, επιζητώντας με θεωρητική διαύγεια και ποιητική διορατικότητα τη συνεχή διαμόρφωση και αναδιαμόρφωση ενός κόσμου αισθητικά, λογικά και ηθικά άρτιου. Όχι λειτουργικού ή αποτελεσματικού, αλλά αρτιωμένου. Αυτό το δράμα τής διαρκώς ελλειπτικής –αλλά πλήρους νοήματος– αρτίωσης μπορεί να ανέβει –με όλες τις συνέπειες– μόνο στην ορχήστρα της Ιστορίας ως συνεχούς επινόησης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
*Το άρθρο αυτό είναι κεφάλαιο από το βιβλίο του Γιώργου Μπλάνα “Το ποιητικό συμβάν”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη.
