Σεπτέμβριος 1912
Αρραβώνας της αδελφής μου Βάλλι
Απ’ της εξάντλησης
τα βάθη
ανεβαίνουμε
με νέες δυνάμεις
Κύριοι σκοτεινοί
προσμένουν
τα παιδιά
να εξασθενήσουν
***
4 Μαΐου 1913
Αλλά αν γινόταν μέσα σ’ ένα μυαλό
να συνυπάρξει χωρίς διχόνοια
***
19 Ιουλίου 1916
Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος
τον δρόμο δε βρίσκεις, τον έχασες
Αλίμονο! είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο!
το πρωί
Άλλο τίποτα δε θέλω παρά να μ’ αρπάξουν
χέρια που απλώνονται απ’ την άβυσσο
και λιπόθυμο να με σύρουν κάτω.
Βαρύς πέφτω στα πρόθυμα χέρια.
Μακριά στα βουνά αντηχούσε
αργή ομιλία. Εμείς ακούγαμε.
Αχ το κουβαλούσαν, φαντάσματα της κόλασης,
καλυμμένοι μορφασμοί σφιχτά κρατούσαν πάνω
τους το σώμα.
Μακριά πομπή, μακριά πομπή κουβαλά τον ατελή
*Από το βιβλίο “Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Μάιος 2012, σε μετάφραση Νίκου Βουτυρόπουλου.
