Κι εσύ νόμισες πως ήμουν από κείνες
που εύκολα κάποιοι ξεχνούν,
πως να πεθαίνω με λυγμούς και μ’ οδύνες
σ’ αλόγου από κάτω τις οπλές θα με δουν.
Ή πως μάγισσες θα τρέξω να βρω
σε νερό τα μαντζούνια να βάλουν
να σου δώσουν για δώρο φρικτό
μυρωδάτο μαντίλι θανάτου.
Την κατάρα μου να ‘χεις λοιπόν. Ούτε βόγκο, ούτε βλέμμα
της καρδιάς σου την πέτρα ν’ αγγίξω,
μόνο όρκο στων αγγέλων τον κήπο,
στων θαυμάτων την εικόνα θα παίρνω
και στη φλόγα της νύχτας μαζί σου
πως ξανά την ψυχή μου σε σένα δεν φέρνω.
(1921)
*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.
