ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
μαζεύονται οι πυροβολημένοι
οι κρεουργημένοι
τα πεινασμένοι
να πατήσουν σταφήλια
πιο αφρικάνοι κι απ’ τον Χριστό
Ήπια
από την απόλυτη ιερότητα της ανθρώπινης κλίσης.
Η αιωνιότητα τελειώνει
στο τέλος μιας νύχτας
εκείνο που μετράει
είναι αν έζησες
ή αν Πέθανες.
Τα μεγάλα φορτηγά είναι πια σκουριασμένα
και σερνώμενος στην αυλή
αυτού που στάθηκε σαν παλιό σχολείο
αντικρίζεις πως τα παιδιά δεν γίνονται άντρες πια.
Στον παράδεισο δεν υπάρχουν άντρες
παρά μόνο δυστυχία
γιατί εδώ η ευτυχία βαραίνει περισσότερο
από τον άνθρωπο.
Είδα την πείνα στη θέση της ελευθερίας
το συμφέρον να διώχνει την λογική
είδα το στρατό στη θέση των ανθρώπων
Είπαν οι ρωμαίοι: «κοίτα τη δουλειά σου
το στρατό σου
τα λεφτά σου
κοίτα την ευτυχία» και είδα την ύλη που φτιάχνει τον θάνατο.
*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.
