Αδειάζει
τη ζωή του κατάχαμα.
Ξεχωρίζει
τα πράγματα.
Βάζει στην άκρη
τα ξεθωριασμένα συνθήματα
τις σχισμένες αφίσες.
Ψάχνει να βρει
τα χαμένα του όνειρα.
Στο στήθος του κρύβει
ένα προϊστορικό κατακλυσμό,
και τα παιδιά
π’ αφανιστήκανε
στα παιχνίδια των γέρων.
Έζησε σε δίσεκτα χρόνια.
Πότισε,
με το αίμα του
άκαρπα δέντρα.
Ανασήκωσε
κάμποσες φορές
το βάρος του
χωρίς βαρυγγώμιση
κι ύστερα
βούλιαξε στην ανυπαρξία.
Φονικές αναμνήσεις
τον ζώνουνε…
Με ταπεινώσεις, συνωμοσίες
με λαθρόβιες μέρες
στο μητρώο του
-ανεβασμένο στ’ ακροκέραμα
το παντελόνι του-
τώρα πια
δε δέχεται,
ούτε τον δέχονται.
Χαμένος κι απόμακρος,
σέρνει
την αλυσοδεμένη σκιά του
σε λεωφόρους και πάρκα,
πορεία χιλιάδων
προδομένων συντρόφων.
Ανήμπορος,
κάθεται στο πεζοδρόμιο
και δείχνει
τους εμπόρους των ιδεών
με το δάχτυλό του.
Στον ορίζοντα διαγράφεται
η οργισμένη μορφή του
μουντός ουρανός,
αβέβαιο μέλλον.
Δολοφονημένοι προλετάριοι
του προσφέρουν
εγκαταλειμένους παραδείσους
τα σκελετωμένα χέρια
απλώνουν
στο άπειρο.
Μιλάνε
για ανάσταση νεκρών
πέφτουν
σηκώνονται και ξαναχάνονται
στα πεδία των μαχών.
Μα εγώ
-π’ έχω ζυγιάσει
της εξουσίας τα έργα-
τώρα,
γνωρίζω το βάρος
του φανατισμού
και της ”τρέλας’
*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος, 1992 (σελ. 57-59). Διατηρείται η ορθογραφία του ποιητή.
