Δημήτρης Ψαλλίδας, Το απροσδόκητο

Artwork: Tadeusz Kantor

Artwork: Tadeusz Kantor

II

Σαν είσαι πέτρα,
βράχος μικρός,
από καιρό ακούνητος
αιώνια τοποθετημένος,
στης γης τη χούφτα,
μισοκρυμμένος,
σκέφτεσαι αργά,
πράττεις αργά.

Μπροστά στον κίνδυνο
την ύπαρξή σου που απειλεί,
δεν βλέπεις καθαρά.
Πες το, αντιδράσεις χημικές,
άγχος και πανικό,
δεν έχει σημασία.
Όλα τα παραπάνω σβήνουν,
τον χρόνο κυνηγάς,
να ξαναμάθεις τη ζωή αλλιώς.
Έτσι κι έγινε.

Δυο μέρες πέρασαν,
μονότονα, βαριά,
ώσπου μας κάλεσαν οι γηραιοί
σε σύσκεψη.

Τόνισαν,
της απλότητας την χάρη,
της ζέστης τα προτερήματα,
κι ύστερα,
ευλόγησαν το νέο μας δυνάστη,
τον Ήλιο.

Όσοι πρόλαβαν,
έφυγαν,
για το κέντρο της γης,
πιστεύοντας τις φήμες,
πως πριν τη λάβα,
έχει δροσιά.

Κάποιοι παραδόθηκαν
κι άλλοι,
βρήκαν μισοτιμής
σύμβολα ρουνικά
κι άγριες μάσκες
-από χώματα φτιαγμένες κι ακαθαρσίες-
και ντύθηκαν σπουδαίοι.

Περνοδιαβαίνοντας τα στενά,
υμνούσαν τον Ήλιο
και την καμένη γη.
Κατάρες έριχναν σε
Πλατάνια, Γιασεμιά,
Χρυσάνθεμα και Στάχια,
Εβραίους, Απεργούς, Κομμουνιστές.

III

Σαν είσαι πέτρα
δεμένη και μικρή,
σφηνωμένη στο έδαφος
-για τιμωρία-
κοιτάζεις τον τύραννο κατάματα,
λογαριάζεις δυνάμεις κι αποστάσεις.

Και ξέρεις τι λείπει,
μέχρι να έρθουν τα σύννεφα
και να ξεπλύνουν με βροχή
το παρόν, τη θλίψη και τον πόνο.

Δύο παιδιά ανθρώπων,
αγκαλιασμένα και χαρούμενα
να σε πετάξουν ως τον Ήλιο
και σαν γυαλί να σπάσεις
το άγριο πρόσωπό του.

Leave a comment