Φορώ τα φαρδιά μου παπούτσια
και τις ζαρωμένες μου κάλτσες
και μία από τις σιέλ, χιλιοπλυμένες ρόμπες ασθενών
που οι άντρες και οι γυναίκες αυτής της χώρας φορούν.
Λείπουν σε όλους τα εσώρουχα
και οι παλιές ημέρες. Αυτές οι καινούργιες, άχαρες,
μεσαίες
ημέρες πόνου και φροντίδας, αυτή η καθημερινή
μιζέρια μάς έχει κατατάξει σε περιπτώσεις, μια περίπτωση
που ο ένας γιατρός θεραπεύει για πάντα… Το πρόσωπο.
Οι ασθενείς έχουν συνηθισμένες ελπίδες χωρίς ελπίδα
για κάτι απ’ έξω απ’ το μηχάνημα – η σύζυγός του,
ο σύζυγός του – να εισέλθει με ορμή και να το ζωοποιήσει.
Αλλά, όταν η πόρτα ανοίξει, είναι άλλη μία ρόμπα
ασθενούς.
Μας κοιτά, την κοιτάμε. Το μικρό κοπάδι μας
από γαλαζοντυμένους ασθενείς, σε μιαν απογυμνωμένη
ισότητα,
ποθώντας για κάθε νοσοκόμα και γιατρό που περνούν
υγιείς και ντυμένοι, να κάνουν φίλους με, ξεδιαλέγοντας,
το ΕΓΩ
που συνήθιζε να είναι, όμως είμαστε ίδιοι
και απαράλλακτοι.
Είναι καλύτερα να ξαπλώσω πάνω στο ακτινολογικό
τραπέζι,
σκιαγραφικό στη σπονδυλική μου στήλη. Ο ακτινολόγος
με συστήνει σ’ έναν ευγενικό άνθρωπο, έναν ειδικό
στις σπονδυλικές στήλες όπως η δική μου:
τα φώτα σβήνουν, με περιστρέφει.
Η μυελογραφία μου είναι αρνητική. Αυτό μ’ ενθουσιάζει,
ο ευχάριστος ειδικός με συγχαίρει,
και βγάζω τη ρόμπα μου με χαρά, φορώ
τις δικές μου πιτζάμες, το δικό μου νυχτικό,
και επιστρέφω πίσω στο δωμάτιό μου, το 601.
*Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου. Από το “Η Θηριώδης Μούσα”, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος (2008).
