Άνθος χαϊκού
άπειρη ευγλωττία
του ελαχίστου.
Στάλες στη στέγη
μού χτυπά η φωνή σου
Τη φιλοξενώ.
Απλώνω δίχτυα
φεγγαρόφωτα φύλλα
στο πανέρι μου.
Σελίδα κύμα
γεμίζει ναυάγια
τους φάρους σβήνεις.
Λείπεις τις νύχτες
τόσα χρόνια ονείρων
σε περιμένω.
Των βημάτων σου
ο βραδινός επαίτης
ερημωμένος.
