Κανείς δεν ξέρει,
Πως μαζί μου μεγαλώνει το φθινόπωρο,
πως, όταν λέω “εμείς”
Κάτι πεθαίνει στη σιωπή,πίσω από κάθε λέξη,
Πως η φωνή, που σε ονομάζει, με παγώνει./
Η συντροφιά μου, μερικές φορές,
Τίποτε περισσότερο, από αέρινα, αόρατα χέρια.
Μαλλιά λυτά, μ΄ ένα ψίθυρο βροχής,
Ή η απέραντη απογοήτευση των μελαγχολικών κήπων.
Δεν υπάρχει κάτι που να μην κρυώνει.
Τί θα γίνει μ’ εμάς;
Μαδημένη ενθύμηση,
Αργή, δίχως τύψεις μιας πονεμένης ψυχής,
Θά ‘σαι σε άλλα χείλη, ένα άλλο χαμένο ρόδο.
Κάθε φορά λιγότερο δική μου,
Και πάντα μια εξουθενωμένη γυναίκα, ποτέ πια.
Εκείνη, που μου άνοιξε την πληγή του τραγουδιού.
Εκείνο που μένει, τόσο μόνο δίχως εσένα: το ασήμαντό μου εγώ.
*Μετάφραση απ΄τα Ισπανικά: Μόσχος Ε.Λαγκουβάρδος. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γραφή”, τεύχος 64, Άνοιξη 2008.
