Το τομάρι

11745609_1076012199093838_3486462375992040726_n

Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
—πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει

Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου το κορμί της πονοΰσε τα μάτια των αντρών
καί πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης

μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στή σάρκα της

Τή δεύτερη φορά
πήρα τήν αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας

Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μου είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ

Τότε ήταν πού με κάλεσε ο μάντης
και μοΰδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το

χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η άθωότητα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Leave a comment