Αλέξης Αντωνόπουλος, Casa Delle Bambole

file_25_71

Πριν από δύο ημέρες
ταξίδεψα
σ’ ένα παλιό παιχνιδάδικο της Ρώμης.

Ξεφτισμένα χαμογελαστά πρόσωπα
Απογυμνωμένες κούκλες
Αποκομμένα μέλη σώματος
Αποκαμωμένη, η ιδιοκτήτρια, να μαζεύει όλη της τη δύναμη
για να με πείσει ότι μου χαμογελάει.

Η αγωνία με την οποία οι καταστηματάρχες έσπευδαν
το άγχος τους να μην καθυστερήσουν…
Πόσο καιρό είχε να μπει πελάτης εκεί μέσα;

Ερωτεύτηκα τούτο το ξεχασμένο κατάστημα.
Φωτογράφισα τα παιχνίδια.
Δίχως να το καταλάβω
έπλαθα ιστορίες για το κάθε ένα ξεχωριστά.
Έπεισα τον εαυτό μου, φεύγοντας,
πως θα γράψω ένα παραμύθι για τούτα τα παιχνίδια.

Μα μόνο τον εαυτό μου καταφέρνω πάντα να ξεγελάσω.
Κανείς δε νοιάζεται για ιστορίες ξεχασμένων ηρώων.

Όσοι είδαν τις φωτογραφίες μου
ένιωσαν απέχθεια για τα παραμορφωμένα πλάσματα.
Κάποιοι, μέχρι και φόβο.
Κι εγώ, που ετοιμαζόμουν να τους πω πως
θέλω να δουλέψω εκεί,
έκοβα γρήγορα τη φωνή μου
και απλά χαμογελούσα.
Γιατί πήρα τις αντιδράσεις τους τόσο κατάκαρδα;
Ειλικρινά
ακόμα δεν ξέρω.

Όμως κάθε φορά
έγραφα μονάχα
τέσσερις λέξεις
μια απέραντη ντροπή.

Έχω βαρεθεί να χαμογελάω.

*Από το βιβλίο “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, 2015, σελ. 40-41. Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site του ιδίου στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Leave a comment