Μπροστά μου ορθώνεται ένα τείχος
γεμάτο με συνθήματα σε μαύρο
ενός φυγόκεντρου κόσμου
αδιάλλακτου αποπροσανατολισμού,
σαν αδικοχαμένη καρδερίνα,
μιας ελπίδας που στάθηκε
στα σημεία των καιρών.
Οι σκάλες τσακίσαν τα όνειρά μου
γιατί ‘χαν σαθρά σκαλοπάτια,
μια αλάδωτη,κακοκουρδισμένη μηχανή
που παράγει ανείπωτο μίσος
και μαρσάρει με μένος
να φτάσει πρώτη στο τέλμα.
Δίπλα υπάρχει μια παιδική χαρά
μια σάπια τραμπάλα
χωρίς φωνές των αγγέλων.
Οι κούνιες λικνίζονται
με τον καυτό αέρα της ολοκλήρωσης,
σαν αλλοτινό εκρεμμές
μιας σπουδαίας αποκάλυψης.
Βαρίδια βαραίνουν τον φόρτο
άλλης μιας μέρας που χάθηκε
στο αέναο συλλογισμό της νύχτας.
Έτσι ασύδωτα στριφογυρίζει στο μυαλό μου
ότι η ελπίδα κάπου στο βάθος
καλά κρυμμένη
τρώει με χρυσά κουτάλια.
