Νεκταρία Μαραγιάννη, Διάλειμμα

fd47d3384fa7265018a17bbf632a8dc9

Το λεωφορείο σταματούσε σε κάθε στάση ∙ οι αισθητήρες του σώματός μου αντιλαμβάνονταν το πλήθος των ανθρώπων που ανέβαιναν συνοδευόμενοι με τις ανάσες τους, βαριές όπως πάντα ∙ τα μάτια τους εξερευνούσαν τον ήδη γνωστό χώρο που κάθε φορά τον έντυναν ξεχωριστές παρουσίες. Είχα βαρεθεί αυτή τη συνήθεια, για να είμαι ειλικρινής, δεν επέτρεπα τόσο εύκολα στις κόρες των ματιών μου να κάνουν μακροβούτια. Καθόμουν κάπου πίσω, στη γωνία, προσπαθώντας να ξεφύγω, να γίνω αόρατη ∙ είχα τα ακουστικά ταξιδεύοντας με τη μουσική ενώ το κεφάλι μου είχε μια μικρή κλίση προς το πλάι, ακουμπώντας το παράθυρο. Συγχρόνως, είχα κλειστά τα μάτια μου, διατηρώντας, ακόμη, την παιδική ψευδαίσθηση πως, με αυτό τον τρόπο, δε θα γίνω αντιληπτή.

Προσπαθούσα να διαγράψω την ταυτότητά μου από το αδιάφορο κοινωνικό φαίνεσθαι που συναντούσα σε καθημερινή βάση, να ζω μονάχα για λίγους, μα κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας αναπόφευκτα ανεπιθύμητης επιθυμίας που θα με οδηγούσε ακόμη περισσότερο στην τρέλα. Ο μεγαλύτερος φόβος μου παραμένει ∙ αντικρίζοντας κάποια στιγμή τις ακτίνες του ήλιου θα είμαι ολομόναχη, δε θα έχω κανέναν διότι απλούστατα θα με έχουν βαρεθεί κι εγκαταλείψει. Προτιμώ αυτή η σκέψη να με βασανίζει τα βράδια ενσαρκώνοντας τον εφιάλτη, παρά να αντικρίσω οπλισμένο τον φόβο μου.

Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα το λεωφορείο, κατά τη γνώμη του κοινωνικού μου περίγυρου το βλέμμα μου εκπέμπει μια ίνα μελαγχολίας. Δεν το επιδιώκω. Διασχίζω την Ιπποκράτους, κοιτώ στο πλάι τα τρία νεοκλασικά κτήρια και βλέπω πως, όλα όσα χτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κάτω από τα σεντόνια μου, τα όνειρά μου, γκρεμίζονται μέρα με τη μέρα… Το μαύρο πανί δεν καλύπτει μόνο τη λάμψη της παιδείας, μα προμηνύει τα ανέκφραστα χαμόγελα μιας -πλέον- ανέπαφης ελπίδας… Το βλέμμα μου κάνει ένα βερτικάλ προς τα πάνω κι εκεί, στην κορυφή, συναντά τα σύννεφα που τρέχουν. Ο εγκέφαλός μου εκκινεί τη λειτουργία διερεύνησης του ερωτήματος περί της βιασύνης τους, αλλά προτού τοποθετήσω το σημείο στίξης, μου απαντά το γκρίζο χρώμα τους. Διατηρώντας, ακόμη, ψήγματα ονειροπόλησης, σκέφτομαι πως η φύση είναι θυμωμένη και, αν εκνευριστεί περισσότερο με τους ανθρώπους, θα κλάψει. Όμως, τα δάκρυα που πιθανόν μας αγγίξουν, δε θα είναι απόρροια θυμού, μονάχα πόνου, συχνά αναπόφευκτου. Η σκέψη αυτή φεύγει γρήγορα, μου το επιβάλλει η ενηλικίωση που με βυθίζει ακόμη περισσότερο στη μονοτονία.

Το βλέμμα μου καρφωμένο απέναντι αδιαφορεί για τη «σιδηροδρομική» αμαξοστοιχία που ανταγωνίζεται μπροστά μου, στιγμιαία τα αντανακλαστικά των ματιών μου βυθίζονται στο σκοτάδι. Δεν αντέχω αυτόν τον θόρυβο. Σκοτεινιάζει. Τα φωτάκια στους δρόμους μου θυμίζουν τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Υπάρχει μια διαφορά, τουλάχιστον τα τελευταία είχαν ένα επέκημα στοργής και γλυκών αναμνήσεων, αυτά εδώ δεν έχουν τίποτε, με τυφλώνουν περισσότερο. Θα ήθελα να ανακαλύψω τι βρίσκεται πίσω από το μεταλλικό τους χρώμα, να αποκρυπτογραφήσω τα μονότονά τους απόκρυφα, μα κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο και δύναμη για το οτιδήποτε. Δε ξέρω αν τα διαθέτω, δεν είμαι καλή κριτής, το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να δημιουργώ σκόρπιες (ασύνδετες) αράδες που πιθανόν με εκδικούνται, γι’ αυτό και με σταυρώνουν περισσότερο.

Διασχίζω το δρόμο πασχίζοντας να εξαλείψω τις σκέψεις μου, δεν είναι εύκολο, θα επιθυμούσα να μην σκέφτομαι τίποτε, όμως αγνοώ για το αν, ακόμη κι από αυτό, θα επιβίωνα. Ανεβαίνω στον επάνω όροφο του καφέ, τα μάτια μου κοιτούν τα σκαλιά καθώς «σκαρφαλώνω» και πάλι ταξιδεύω. (Γιατί πάλι;) Τώρα είμαι ξανά παιδί ∙ παίζω στην αυλή με τη Σοφία και τη Μαριαλένα ∙ μετρούν αντίστροφα κι εγώ πηδώ το σχοινάκι… γελάω, ώσπου να πέσω… Τώρα κάθομαι κάπου στη γωνία, παίζω ξανά κρυφτό. Βγάζω κάποια λευκά φύλλα με την προοπτική να τα γεμίσω, αλλά με τι; Πάλι με λέξεις; Κουράστηκα! Αποφεύγω το παιχνίδι τους, είναι ύπουλο! Στην αρχή σε καλούν να πας πιο βαθιά κι ύστερα έρχεσαι αντιμέτωπος με τη Χάρυβδη. Εντούτοις, νιώθω πως αξίζει, παίρνεις νέα αντισώματα και, πλέον, δεν λυγίζεις τόσο εύκολα…

Η μυρωδιά του καφέ μου φέρνει υπνηλία, ίσως περίεργο μα πέρα για πέρα αληθινό. Με βοηθά να βυθιστώ ακόμη περισσότερο στη νάρκη της Τέχνης, μάλλον τώρα, καταφέρνω να μην γίνομαι αντιληπτή. Με ένα γρήγορο πανοραμίκ παρατηρώ πως καθένας ασχολείται με τον εαυτό του, έτσι κι εγώ, ξαναπλάθω τις υπάρξεις μου, ώσπου να κουραστώ. Θα συμβεί κι αυτό. Θέλω να φύγω από το εδώ, προς δική μου απογοήτευση, ο προορισμός παραμένει απροσδιόριστος. Εκτελώντας αυτή τη φορά ένα πιο αργό πανοραμίκ σκέφτομαι να μιλήσω στους υπολοίπους, αλλά η σκέψη αχνοφαίνεται καθώς μεγαλώνει το κάδρο. Θα πω τα ίδια (και βαρετά) και η ανθρωπότητα πλήττει πολύ εύκολα. Από την άλλη, δεν αρκεί η δική μου επιθυμία, ενώ η μελαγχολία του φθινοπώρου πιθανόν άγγιξε τους ώμους μου, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σκόρπιες αράδες συνεχίζουν να περπατούν στο χαρτί, όπως πάντα, τίποτε σπουδαίο. Τα σύννεφα έχουν αυξήσει ταχύτητα, η πορεία τους απρόβλεπτη, όπως και όλων των ανθρώπων.

Μου λείπει η αδερφή μου ∙ η φράση μου βγαίνει αυθόρμητα. Συνειδητοποιώ ότι το είπα μόνο όταν το ξεστόμισα και το άκουσα. Νομίζω πως δεν την έζησα όπως ήθελα, πως τα τελευταία χρόνια ήμουν μια απλή θεατής της ανάπτυξής της, όμως την αγαπάω! Αγαπώ κι άλλους ανθρώπους, όμως η ειλικρίνεια δεν είναι από όλους αποδεκτή. Πιθανόν μπαίνω ξανά δίχως να το θέλω σε ένα παιχνίδι με καθολικούς και υπεράνω κανόνες, σε μια διαδικασία κουραστικής αναζήτησης προσπαθώντας να αναμοχλεύσω ξανά τον εαυτό μου και να τον παρουσιάσω στους υπολοίπους. Κουράστηκα να το κάνω, δεν βλάπτει λίγη αναζήτηση και από την πλευρά τους. Δεν είναι θεμιτή, ίσως καλύτερα που είναι αθέμιτη. Θέλω να φύγω από αυτό το παρόν, να ανακαλύψω ξανά το «μαργαριτάρι», να πετάξω ξανά, να ξαναγίνω παιδί, να κάνω ένα διάλειμμα…

Σκέψεις, σκόρπιες σκέψεις, όπως κι εγώ. Κλείνω τις σελίδες των αναζητήσεών μου, ακουμπώ τις παλάμες στο λαιμό μου ∙ κλείνω τα βλέφαρα κι ακούω τη σιωπή, κάπου πίσω της το βάδισμα του δείκτη στο ρολόι του χωροχρόνου, ανυπομονώντας να χτυπήσει το κουδούνι για κάτι μικρό… για κάτι που καθυστερεί όλο και πιο πολύ καθώς η ανθρωπότητα χαράζει τις λέξεις της στις -μέχρι τότε- άδειες σελίδες της περατότητάς της… για κάτι που, πιθανόν, αλλάξει τη στυγνή πραγματικότητα.

Συνοψίζεται ως εξής: όνειρο, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο..

Νέττα

Leave a comment