Τί νόμιζες, ανόητε;
ότι δεν βλέπω;
ο εθελοτυφλών απαντάται
ως ο χείριστος φονιάς
όταν ψυχές, τα δειλινά,
στριμώχνωνται σε μια φέτα ψωμί.
Τί νόμιζες,δειλέ;
ότι δεν ακούω;
τους ήχους από τα δάκρυα των αγγέλων
και τα φτερουγίσματα,
στα σοκάκια, από τα περιστέρια
αυτήκοοι συνωμότες.
Τί νόμιζες, αλλαζόνα;
ότι σε πιστεύω;
τα έκδηλα ψέμματα
γδούπος τους σφυριού
που έτσι, άκομψα,
έχεις ξεπουλήσει.
Μα θα ΄ρθει εκείνη η ώρα
η ευλογημένη
που τα τραπέζια θα είναι γεμάτα
και συ θα πεινάς
τα περιστέρια με τα γαμψά τους νύχια
θα σου ξεσκίζουν τα μάτια
και το σφυρί θα σε χτυπήσει στην καρδιά,
εκεί που πονάς.
*Ο Φιλάρετος Στεφανάκης είναι ποιητής. Είναι ένας στα έντεκα εκατομμύρια. Τόσο μοναδικός όσο ο καθένας στα έντεκα εκατομμύρια…
