όταν έφυγε
κι
επέστρεψα στο άδειο σπίτι
ένα πουλάκι ανώνυμο μου χτύπησε το τζάμι της βεράντας
κι όταν άνοιξα το φύλλο
πέταξε μέχρι την φωτογραφία του
-αυτή με την σκαλιστή κορνίζα-
κι έκατσε πάνω της κοιτάζοντας με, ακίνητο
είμαι σίγουρος πως ένα μήνυμα μου έλεγε
που δεν μπορούσα να κατανοήσω
είχα από καιρό χάσει την αθωότητά μου
την δυνατότητα να επικοινωνώ
με τρόπους πέρα απ’ τ’ ανθρώπινα
ώσπου βαρέθηκε και πέταξε μακριά
από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα
στον ουρανό
χωρίς ποτέ να μάθω τις τελευταίες λέξεις
που μου αναλογούσαν
πριν πεινασμένος και μόνος πέσω με τα μούτρα
στα κόλυβα
