Η περίπτωση του Γιώργου Φιλιππίδη είναι ιδιαίτερη για την ελληνική ποίηση. Το γεγονός της εθελουσίας εξόδου του (μόλις στα είκοσί του χρόνια) σε συνδυασμό με το ότι όλο του το έργο συγκεντρώνεται σε ένα βιβλίο (εκδοθέν κι αυτό μετά το θάνατό του), περιπλέκει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αξιολογικής κρίσης του. Ο θάνατος εδώ μετατρέπεται σε εστία ανάγνωσης και κειμενικής αξιολόγησης με τρόπο διττό: ως υπαρξιακή διερώτηση (ή μήπως κληρονομιά;) αλλά και πράξη.
Ο Φιλιππίδης, θαρρείς, και υφαίνει –στο δεύτερο ποίημα της ενότητας Ερωτική Προπαγάνδα– το υφαντό μιας μοίρας, όπου η πορεία του ανθρώπινου σώματος σταδιοποιείται ως εξής: ανία / ατονία / κατάθλιψη / σύνθλιψη. Στην ποίησή του διατηρεί μια δική του εξελικτική πορεία (ασχέτως που όλα στη ζωή του, φαίνεται, πως πρόωρα ωριμάζουν), στην οποία μπορεί να εντοπιστεί μια αιτιώδης συνάφεια. Μοιάζει σαν να χαρτογραφεί τα δικά του μονοπάτια υπαρξιακής τεκμηρίωσης: αγωνία, φόβος, εκμυστήρευση, ματαιότητα, αποστασιοποίηση, πένθος, ματαίωση, αυλαία.
Το επείγον της ποίησης του Φιλιππίδη έγκειται στην ανάγκη του να τελειώνει όσο γίνεται γρηγορότερα με τον υποτυπώδη ερμηνευτικό κύκλο της ζωής αλλά και της πραγματικότητας γύρω του και να τον κλείσει, αφού η χώρα των ανθρώπων είναι η χώρα της αδιαφορίας. Επιστρέφουμε, δηλαδή στη διπλή ανάγνωση του θανάτου: σύμβολο αλλά και ενσυνείδητη πράξη. Η υπαρξιακή του αγωνία εντοπίζει στο θάνατο την αιτία της ζωής κι έτσι, χωρίς καμία επαναδιαπραγμάτευση αναχωρεί.
Η έξοδός του, όμως, δεν μοιάζει για τον ίδιο έξοδος, αλλά είσοδος σε κάτι που υπερβαίνει τα εδώ και καθ’ ημάς. Θα ήθελα να πω κι άλλα γι’ αυτό τον ποιητή. Σταματώ εδώ, χωρίς ωστόσο να έχω δώσει απάντηση στο αν ο θάνατος είναι μοναξιά, πέρασμα, τέλος ή καταγωγή. Νιώθω, όμως, σαν να ακούγεται ο ίδιος, από κάπου αλλού πια: «Έπρεπε έτσι μόνοι μας πια να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα».
απόσπασμα
REALITY IS MAGIC
Βγαίνω στην Ιπποκράτους˙ είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη˙ πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη τρύπα, πολύ μακριά, μακριά απ’ τα κόλπα των ανθρώπων.
• μαίρη κλιγκάτση
• 18.7.2015
