εικόνα μου ψευτοπροφήτη μαστουρωμένου
να του διαφεύγει το παρόν τυφλός να μασάει
δαφνόφυλλα για να προβλέψει ένα μέλλον με
ακατανόητα λόγια μοιράζομαι τη γωνιά μου
ήσυχα τυλιγμένος από λυπημένους καπνούς
να φεγγοβολάς σε κοιτάζω με ένα μάτι θολό
υποκλίνομαι στο θαύμα της καθαρεύουσας
στο τέλος σταυροκοπιέμαι και σε προσκυνώ
σαν να ήσουν γοργόνα ζωγραφιά άνθρωπος
μισός αλλά και μισό ψάρι μεγάλη χάρη σου
σεβαστή να αρμενίζεις μες στα μεσοπέλαγα
πικρό αεράκι γελαστό σκότος να αναγγέλλει
κίνδυνο με τη φωνή σου να καλεί σε βοήθεια
σα να γουργουρίζει ερωτευμένη η θάλασσα
άρα τι σημασία έχει ποιος φταίει που ρωτάς
σε πεδιάδες έρημες να σκύβεις να πεθαίνεις
ή όρθιος να προσκυνάς; ποιος περιμένεις να
σ’ ακούσει φωνή καμπύλη να αντηχείς στην
άβυσσο της καρδιάς μου για να απαντήσει;
και τι άλλο να ζητήσω απ’ τους καιρούς έτσι
κι αλλιώς πότε δεν ήμουν στα μέτρα τους
όταν καίγεσαι σαν ουρανός σβήνεις φωτιές
προς θεού όχι με νερό – αλλά με ποιήματα
