Είπε πως ήταν μοναχός
Μιλούσε μία γλώσσα απόκρυφη πολύ
Που στην εσώτερή τους ένδεια
Έμοιαζε γρίφος
Και βύθισε τα χέρια του
Σ’ ένα λαγήνι άμμο καυτή
Και δε φώναξε
Μονάχα κοίταξε ολόγυρα
Με μάτια έμπλεα σιωπής
Κι ο ερχομός του κανέναν δεν τάραξε
Κι η εμμονή του κανέναν δεν κούνησε
Ήτανε όλοι γύρω του ένας θίασος πασχόντων
Ομιλούσαν με πάθος
Χειρονομούσαν με ένταση σπάνια
Διόλου παράδοξο λοιπόν
Που δεν τον είδε ούτε ένας
Διόλου παράξενο λοιπόν
Ας είχε κι αυτός ρητορική δεινότητα
Την προσοχή τους να τραβήξει.
*Από τη συλλογή “Ρητορική ένδεια”, Εκδόσεις Vakxikon.gr, 2013.
