Αναπολώ το χρυσό των αγρών
Και το πράσινο της χαράς
Tη μυρωδιά μου
Το αλάτι των βράχων
Τρέφομαι με τα γδαρμένα μου γόνατα
Τη λάσπη των πύργων μου
Ανάμεσα σε γκρίζες φιγούρες
Παρατημένες μουτζούρες
Και λέξεις ακατανόητες
Το αίμα
Αρνείται να κυλήσει
Να ταΐσει τις φλέβες μου
Με κρυώνουν τ’ απολιθωμένα χνώτα
άρρωστων σκιών
φωλιές στεγνές
και θραύσματα ανακατεμένα με κελύφη
Ακαμψία
Ξεγελάστηκα κι εκτινάχθηκα στο φως
Κι εκτέθηκα στο σκοτάδι του ανονείρευτου
*Από το “Χαμένο Σώμα”, ανέκδοτο.
