Τα κύματα στα γόνατα,
στο χέρι η ομπρέλα
κι η βάρκα μόνη στη στεριά,
ναυαγοί τόσοι λυγμοί
αγγίζουν την ανάσα
με άνισες θυσίες,
απρόσεκτα γέλια στα σύννεφα
ξεχνάνε σκαλοπάτια
και σβήνουν στο υπόγειο
(ποιος ξέρει αν θα βρέξει;)
δεν επιστρέφουν αλώβητες
πρωί οι προσδοκίες,
σαν γέρασαν απρόσμενα
χώμα, νερό και πέτρες
(ποιος στ’ όνειρο θ’ αντέξει;)
*Από το http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/07/blog-post.html
