κόλαση
αόρατος τοίχος
κι ένα κομμάτι
κάρβουνο
και η Βαβέλ,
να του ανακατεύει
το μυαλό,
δάκρυα ραδιενεργά
και ζωγράφιζε
άγρια,
γραμμές σκληρές,
που έσταζαν αίμα
κι έκαιγαν
το ημίγυμνο κορμί του
και σκιτσάριζε
την κόλαση,
κοράκια
και άδειες κόγχες
και αυτή στο κέντρο,
να τον καλεί
ικετεύοντας·
***
άνοιξα το μυαλό
σκέψεις
μισοτελειωμένες,
σχεδόν βλοσυρές,
ανάρμοστες,
όνειρα απολιθωμένα,
και συναισθήματα χυλωμένα,
όλα,
τα τέλειωσα:
άνοιξα το μυαλό,
και πήδηξαν,
έφυγαν
και λίγο πιο κάτω
στην Τρίτη ανεμογεννήτρια,
Ρωμαίοι αρματηλάτες
παραμόνευαν,
και μ’ εντολές μου,
στα περιστρεφόμενα
πτερύγια
τα έσπρωξαν·
εξαίσια,
ήμουν και πάλι
ελεύθερος
και ο αστρικός ταχυδρόμος,
μου έφερνε νέα,
φρέσκα
και βέβηλα·
*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, 2013.
