[μια μέρα θα ψάχνουν στις τσέπες μας
και δεν θα βρουν παρά μονάχα χρέος]
αθάνατης πατρίδας φως ιλαρό
τελευταίο σημάδι ζωής αναρωτιέμαι
πως τα καταφέρνουμε έτσι
να τραγουδάμε με κέφι
την ώρα που όρθιοι ξεψυχάμε
λέγοντας πελώρια ψέμματα
ακόμα και στο ίδιο μας τον εαυτό;
εύγε και πάλι εύγε
στο στόμα που με χαλασμένο
μπλε γεμάτο φυσάει πνοή
αλλά πεθαίνει στη φτώχεια
κατακερματισμένος παριστάνω
το άγαλμα που ράγισε
παγώνω με τόσες ξεχασμένες
πατριωτικές συγκινήσεις
αλήθεια σύντροφε
πως να τις καταγράψω
λεπτομερώς χαρτί και μολύβι
με μουδιασμένα τα δάκτυλα
με μια καρδιά κομμάτια
χαλικάκια σε ευθεία παράταξη
και με τις αντιρρήσεις μου ανάσκελα
στο πάτωμα κενές περιεχομένου;
να δω με τι καρδιά θα πεις αύριο
πως τάχα το αύριο έφτασε;
κλάψε όσο θες για ό,τι έφυγε
και ας μην ένιωσες
ποτέ σου πως το είχες
ποιος είμαι άραγε και που μένω;
κακής μέρας αστεία φάρσα
να γνωρίζεις με βεβαιότητα
σε τι θερμοκρασία λιώνουν
τα παγόβουνα και καραδοκούν
πίσω από το υγρό παραπέτασμα
να προκαλέσουν ατύχημα
εδώ που βρεθήκαμε λαθρομετανάστες
να προχωράμε καταπάνω στο λάθος
με μόνη σιγουριά πως επειδή
δεν έχουμε άλλη λύση
πάλι λάθος θα κάνουμε
συμφορά της γενιάς μου
εκλιπαρώντας για τα μη χειρότερα
