Jordi Doce, Μια ζωή

kiefer

1. Εδώ και τώρα. Χωρίς γιατρειά. Τυφλά χτυπήματα.

2. Γεννήθηκε με ξεχωριστές φράσεις χαραγμένες στις παλάμες των χεριών του. Η φράση του αριστερού χεριού γράφτηκε απ’ την καλή˙ η φράση του δεξιού, απ’ την ανάποδη. Όταν δίπλωνε ένα από τα χέρια του σε μια γροθιά η παλάμη του άλλου ακτινοβολούσε.

3. Εκλεκτός στην τυχαιότητα. Ανασφαλής και ευμετάβλητος. Νήμα αίματος, σύντομο όπως η πτώση ενός φύλλου.

4. Εκείνη ήταν μια προέκταση του κορμιού του. Εκείνη ήταν το απόλυτο όριο του κορμιού του. Κορώνα ή γράμματα, νόμισμα σιωπηρό για την είσοδο στον κόσμο.

5. Παιδί αβέβαιο. Έβρεχε τα πόδια στο νερό, δειλά. Κάθε φορά που γελούσε, μια εκτεταμένη παλίρροια περιέλουζε τον ύφαλο των ωρών.

6. Τα πράγματα δεν ήταν αυτό που φαίνονταν. Θέλησε να τα βοηθήσει.

7. Ζώα σε κάθε στιγμή, να τρώνε από το χέρι του. Εκεί πέρα μακριά, η αιωνιότητα. Ένας ουρανός στον οποίο πάντα συμβαίνουν θαύματα, ένα πρόσωπο που τον παρατηρεί και στον οποίο λέει λόγια. Μεγάλα κύματα χτυπούν την παραλία κι εκείνος ακούει τον παλμό του αίματός του, εμφατικό και χωρίς συναίσθηση.

8. Όλα ήταν δύσκολα. Έπρεπε να σταματήσει προτού μιλήσει. Έπρεπε να πάψει προτού ανυψώσει την πτήση.

9. Αυτή η σκέψη κάνοντας κόμπους στο κενό. Αυτή η σκέψη πατώντας τα νερά της λίμνης. Η ωραία έλλειψη βαρύτητας.

10. Γιόρτασε την ενηλικίωσή του βλέποντας να περνάνε τα σύννεφα. Δεν κατάφερε να διακρίνει καμία μορφή.

11. Κάποιος ήθελε να τον πείσει για το αντίθετο. Αφέθηκε να φλερτάρει.

12. Πομπές μυρμηγκιών περιμάζευαν τις φράσεις τους και τις μοίραζαν στα δυο και στα τρία. Καθένα διάλεγε την εκλεκτή του, την κουβαλούσε σπίτι ανάμεσα στα δόντια, τη γλύκαινε με νυχτερινά σάλια, τη χολή των υποψιών.

13. Ο δρόμος διασχιζόταν από γέφυρες που πήγαιναν κι έρχονταν σε όλες τις κατευθύνσεις, και ήταν γυναίκες κυρτωμένες στις πιο αταίριαστες στάσεις, γυμνές, δείχνοντας με υπερηφάνεια το ημίφως μαγνητισμένο απ’ το φύλο τους.

14. Αν μονάχα μπορούσε να συγκρατηθεί. Αν μονάχα μπορούσε να κρατήσει, πτηνό παλλόμενο, ο χρόνος ανάμεσα στα χέρια του.

15. Το κεφάλι στα σύννεφα. Βιβλία καλά τακτοποιημένα στις ραφιέρες. Το ακορντεόν του φύλου εμψυχώνοντας τις ώρες, τις συστολές και διαστολές του. Καρδιά προειδοποιημένη.

16. Τα φαντάσματα ροκάνιζαν την πόλη και δεν υπήρχε μέρος για τους ζωντανούς. Χτύπησε ξύλο. Έφαγε χωρίς εγκράτεια.

17. Σύννεφα γύρης στο πλάγιο φως του απογεύματος. Ένας αέρας λεπτός κινεί τις ακακίες και ξυπνά αμφιβληστροειδείς χιτώνες, αναλαμπές, βραδύνουσες ακολασίες. Εσύ είσαι το όνειρό μου, πράσινο όνειρο της ύπαρξης, εύθραυστο αλλά διαρκές.

18. Το να είσαι αόρατος δεν είναι τόσο επίπονο, σκέφτηκε. Περπατώντας ως το πάρκο και ώσπου οι ρίζες να καθυστερήσουν να απαντήσουν. Τα παιδιά με διαπερνούν με τα παιχνίδια τους. Οι γυναίκες είναι κουρασμένες από τους πατεράδες τους. Είμαι μια χούφτα στάχτης που προσδοκά έναν ευνοϊκό άνεμο. Είμαι το εκλεκτό χέρι για να με ανεμίσω.

19. Για ποιο λόγο η φαντασία. Τα τέρατα έγιναν υπερβολικά πραγματικά.

20. Το πρώτο που είδε ήταν ένα βλεφάρισμα, τις δυο ράβδους των πύργων του να σπινθηροβολούν στον ήλιο. Η πόλη της επαγγελίας. Στην αρχή δεν θέλησε να τη δει. Όλα τεράστια, φανταστικά όπως ένας χοντροκομμένος αντικατοπτρισμός. Μόνο τα βήματά του δεν έλεγαν ψέμματα. Μόνο τα βήματά του τον καταδίκαζαν.

21. Τυφλά χτυπήματα. Χωρίς γιατρειά. Εδώ και τώρα. Επιτέλους.

22. Τίποτα δεν συνέβη. Τίποτα δεν άφησε ποτέ να συμβεί.

*Το ποίημα είναι από το βιβλίο “Σκύλοι στην Παραλία”, 2011. Περιλαμβάνεται στην Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης , σε μετάφραση στα ελληνικά και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδ. Βακχικόν. Ο ποιητής διαχειρίζεται το ιστολόγιό του στη διεύθυνση http://jordidoce.blogspot.com

Leave a comment