ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Η Ποίηση, πάντα θλιμμένη ερωμένη
θα μας αποχαιρετά
βιαστικά κουνώντας το καπέλο της
μέσα από σμήνη αποδημητικών πουλιών
κι απ’ τον ουρανό λέξεις θα πέφτουν διάσπαρτες.
Και μετά ο ήλιος θα παγώνει κάτω απ’ τα πλατάνια
τα σύννεφα θα στέλνουν μιαν ακόμη βροχή
λασπωμένη και κίτρινη
κι η άνοιξη θα διαμελίζεται στα στενά.
Η Ποίηση, το πρώτο μας τσιγάρο
η τελευταία μας ελπίδα κι η διάψευσή της.
***
ΜΑΤΑΙΩΣΗ
Σήμερα ξύπνησε αλλιώς
χωρίς ελπίδα η μέρα
μ’ ένα βαρύ φορτίο στην καρδιά.
Ο παλαιοπώλης της Κυριακής
πουλάει αντίκες από περασμένες ζωές
οι ισχυροί της γης κατέβασαν ρολά στα όνειρά μας.
Το απόγευμα πέρασα έξω απ’ το νοσοκομείο
κεφάλια διέκρινα στο παράθυρο
να κοιτούν την ερημιά της λεωφόρου
σώματα ετοιμοθάνατα΄
μέσα στα δωμάτια κάτι άψυχες φιγούρες
κινούνται κάτω απ’ τα ξεθωριασμένα φώτα
μετρώντας τις νύχτες που απέμειναν.
Δεν έχω πρόσωπο, ούτε πατρίδα
ήμουν μια άνοιξη που ματαιώθηκε
είμαι ένα άλμα στο κενό.
Και πίσω απ’ τα οδοφράγματα στρατιές εφήβων
να μου λογχίζουν το μυαλό.
*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”, εκδόσεις “Στοχαστής”, 2014.
