Χρόνια που δεν τ’ άντεξε κανένας.
Κείμενα ασυγχώρητα,
γράμματα ακατανόητα,
βάρκες στην άκρη του ξεσηκωμού,
ξημερώματα μ’ απαράδοτη ανάσα.
Άγιοι πεπρωμένοι,
συγγραφείς ημερεμένοι,
φαντάσματα στην άκρη μιας μέσης ηλικίας,
νύχτες μ’ άκληρα ξόρκια.
Το τελευταίο χαρτονόμισμα η μόνη μας ελπίδα
κι ένας προφήτης ορφανός
η καψερή μας συμπάθεια.
Ο λαγιασμός των νέων παιδιών,
πανέμορφα,
ωσότου το ανείδωτο των προσωπικών ναυαγίων
κραυγάσει ανυπεράσπιστο
στο λίκνο της πεθαμένης αγάπης.
Τα σκοτάδια μικρή μου αγάπη,
πάντα τα σκοτάδια,
εκείνα είναι που σε ταΐζουν.
Η περασιά από την αλήθεια στο ριζικό,
επειδή το μόνο μας όνειρο
ήταν πάντοτε ένας φίλος μ’ ανήλιαγα λόγια.
Τα γυμνά σώματα στο μπάνιο
που μονιάζουν με τις ρυτίδες και τις φωνές.
Η γλώσσα στο λαιμό σου,
του έρωτα το τρεμάμενο πόδι
και τόσοι ήχοι
που κατάφεραν να κοροϊδέψουν τους ακόλουθούς τους.
A poetic retelling of an unfortunate seduction,
στο απάνεμο σκόρπισμα της λησμονιάς,
στο ίσκιωμα της τρεμούλας.
Αλήθεια μοίρα
πως θα χωρέσουν τόσα δάκρυα
στο μακρινό μου δοξάρι;
Θα σε ξυπνήσω και πάλι
στο απάγκιο της νύχτας.
*Από τη συλογή “Ο διάβολος πάνω σε στρασόχαρτο”, εκδ. Ενδυμίων, 2009.
