Φυσάει ένας Μάρτης όλο κόκαλα
Μουδιάζουν τα παράθυρα
Στο σβέρκο το σπάσιμο της βροχής
Γαλάζια κρίνα παντού
το όνομά σου
γυαλίζει με λεπτομέρεια σταγόνας
σιγεί με πειθώ σκοταδιού στο ‘’Άκου’’ του βλέμματος
Η διαγώνια ύφανση της νύχτας ξεγελά τις αποστάσεις και
Νομίζω πως ανεπαίσθητα κεντρώνεις έναν δρόμο
Με βήματα και ψιθυρίσματα
Αχ, ίλιγγος στην ακοή το χεράκι σου που ψέλνει
το θυμίαμα του βρύου:
εφτά νερά, λευκή κορδέλα-εφτά νερά, λευκή κορδέλα
Σε χαιρετώ σαν ξημέρωμα . Κι ύστερα, θρομβώνει
μια τέτοια στιγμή που όλα χάνονται.
Τα βαλς των νικημένων αχνίζουνε σκουριά.
Αυτό, πέρα από κάθε αμφιβολία.
*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/47783
